Γιατί η υποχρεωτική χρήση πλαστικού χρήματος είναι μια πολύ κακή ιδέαΝΑΠΟΛΕΩΝ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ
Δεν υπάρχει ιδέα από το εξωτερικό που να καταργεί ατομικές ελευθερίες, να διευρύνει τις εξουσίες του κράτους και να αυξάνει την μεταφορά πλούτου από τους ιδιώτες προς την πολιτική τάξη και τους αυλικούς της, που οι Έλληνες πολιτικοί να μην προσπαθήσουν να την εισάγουν στην Ελλάδα. Η ιδέα για την υποχρεωτική χρήση πλαστικού χρήματος είναι ένα ακόμα σύμπτωμα του συνδρόμου σοσιαλμανίας των πολιτικών μας.
Ρεπορτάζ στο “Έθνος”: «Επιχείρηση «πλαστικό χρήμα» υποχρεωτικά και παντού με εγκατάσταση συσκευών χρέωσης καρτών (POS) σε όλα τα επαγγέλματα και στις επιχειρήσεις, ακόμα και στα περίπτερα, από το 2016 ξεκινά το υπουργείο Οικονομικών με κεντρικό στόχο το χτύπημα της φοροδιαφυγής.»
Για μια ακόμη φορά οι ιθύνοντες έχουν βγάλει το συμπέρασμα, ή, για να είμαστε πιο ακριβείς, επαναλαμβάνουν το δόγμα ότι το κράτος δεν εισπράττει αρκετά από τους φορολογούμενους. Οι πολιτικές προτιμήσεις της πολιτικής τάξης μόνο τυχαίες δεν είναι αφού την ίδια εβδομάδα βλέπαμε τίτλους όπως «Πως οι 23 ιδιωτικοποιήσεις έγιναν... εννέα» (Τα Νέα) και «Τα τέσσερα νέα χαράτσια που έρχονται» (iefimerida).
Μειώνουν τις ιδιωτικοποιήσεις και αυξάνουν τους φόρους, και επειδή όλα αυτά δεν είναι αρκετά για να διατηρηθεί το σημερινό φαύλο κράτος ως έχει, η τελευταία ιδέα είναι το κράτος να υποχρεώνει τους πολίτες να χρησιμοποιούν χρεωστικές ή πιστωτικές κάρτες σ’ όλες τους τις συναλλαγές, ανεξάρτητα από το ποιες είναι οι δικές τους δυνατότητες, προτιμήσεις ή ανάγκες. Στον δρόμο προς τον σοσιαλισμό μέσω μνημονίων, η πολιτική τάξη δεν φαίνεται διατεθειμένη να αφήσει σπιθαμή ιδιωτικότητας και προσωπικής επιλογής στους Έλληνες πολίτες.
Η Ayn Rand είχε πει ότι «η διαφορά ανάμεσα σε ένα κράτος πρόνοιας και ένα ολοκληρωτικό κράτος είναι θέμα χρόνου». Η περίπτωση της Ελλάδας αποδεικνύει το αληθές της παραπάνω θέσης μιας και αυτό που παρακολουθούμε τα τελευταία χρόνια δεν είναι τίποτε λιγότερο από την από την επέκταση της κρατικής εξουσίας με την δικαιολογία μιας κρίσης που το ίδιο το κράτος δημιούργησε.
Ο μύθος που χρησιμοποιείται για να δικαιολογήσει αυτό το νέο μέτρο είναι ότι οι Έλληνες δεν πληρώνουν αρκετούς φόρους στο κράτος. Ο κα Λαγκάρντ του ΔΝΤ με εμμονή επαναλαμβάνει ότι η σημαντικότερη αιτία της κρίσης είναι η αποφυγή φόρων. Η πραγματικότητα είναι ότι αν στα χρόνια πριν από την κρίση οι Έλληνες πλήρωναν περισσότερους φόρους, αυτά τα επιπλέον έσοδα δεν θα είχαν πάει για να μειώσουν ελλείματα και χρέη. Η πολιτική τάξη θα τα είχε χρησιμοποιήσει για να κάνει περισσότερους διορισμούς, περισσότερα ρουσφέτια και για να αυξήσει τα προνόμια των κομματικών στρατών στο κράτος. Θα τα χρησιμοποιούσε για την επέκταση και διατήρηση του κράτους που έφτιαξε. Δηλαδή ότι ακριβώς θέλει να κάνει και τώρα.
Οι Έλληνες σήμερα πληρώνουν τους περισσότερους φόρους για το πιο ακριβό, διεφθαρμένο και αναποτελεσματικό κράτος στην Ευρώπη. Η συλλογή ακόμα περισσότερων φόρων από αυτό το κράτος είναι το μεγαλύτερο εμπόδιο στις μεταρρυθμίσεις που πρέπει να γίνουν και διαρκώς αναβάλλονται. Για αυτό είναι απορίας άξιο ότι πολιτικοί που αυτοπροσδιορίζονται ως φιλελεύθεροι όχι μόνο υποστηρίζουν τέτοιες θέσεις, αλλά είναι αυτοί που τις προτείνουν.
Κλασσικό παράδειγμα σ’ αυτή την περίπτωση ο Κυριάκος Μητσοτάκης που σε άρθρο του στην “Καθημερινή” υποστήριξε την συγκεκριμένη ιδέα. Έγραψε ο κ. Μητσοτάκης: «Ειδικά για την είσπραξη του ΦΠΑ, η χρήση του πλαστικού χρήματος μπορεί να αποβεί καταλυτική, καθώς οι απώλειες από τη μη είσπραξή του εκτιμώνται σε πάνω από 9 δισ. τον χρόνο στην Ελλάδα.» Η πραγματικότητα είναι ότι το όφελος της ελληνικής οικονομίας είναι 9 δις από την χρήση μετρητών και όχι πλαστικού χρήματος. Εννέα δις που δεν καταλήγουν στην πολιτική τάξη που χρεοκόπησε την Ελλάδα.
Πως θα μπορούσε να εξηγήσει κάποιος ότι ένας πολιτικός που αυτοπροσδιορίζεται ως φιλελεύθερος επιθυμεί το κράτος να επιβάλει στους πολίτες πως θα συναλλάσσονται; Και μάλιστα το είδος της συναλλαγής που επιβάλει να γίνεται μέσα από ένα ολιγοπώλιο τραπεζών που επίσης έχει επιβάλει.
Η υποχρεωτική χρήση πλαστικού χρήματος είναι μια πολύ κακή ιδέα γιατί καταργεί ελευθερίες, περιορίζει την ιδιωτικότητα και επεκτείνει μια κρατικοποίηση της καθημερινότητας που προ πολλού έχει ξεπεράσει τα επιτρεπτά όρια. Σε περίπτωση δε έστω και μερικής επιτυχίας στο θέμα των εσόδων του κράτους, θα λειτουργήσει ως ένα ακόμα εμπόδιο για τις αλλαγές που πρέπει να γίνουν για να ανακάμψει η ελληνική οικονομία.
sauce
Σχόλιοτου Augusto Pinochet • 19 hours ago
Στην Ελλάδα δεν υπάρχουν πλούσιοι πια, πέραν ορισμένων διαπλεκόμενων με το Κράτος οι οποίοι είναι καταναλωτές φόρων. Επομένως όλη η παρασιτική άρχουσα τάξη γνωρίζει ότι ζει εις βάρος των βασανιζόμενων μικρομεσαίων από τους οποίους συλλέγεται η συντριπτική πλειοψηφία των φόρων. Λογικό είναι λοιπόν να στηρίζει τις ελπίδες επιβίωσης και αναπαραγωγής της πάνω στη στέρεη βάση της αφαίμαξης του λαού και όχι κάποιου φαντασιακού 'μεγάλου κεφαλαίου'.
Ο πόλεμος αυτός κατά του Λαού μαίνεται δεκαετίες τώρα από όλα τα μέσα μαζικής προπαγάνδας κάθε πολιτικής απόχρωσης. Ιδίως από το 2009 και μετά, σε καθημερινή βάση, δημοσιεύματα επιρρίπτουν την ευθύνη της χρεοκοπίας του Κράτους και του οικονομικού στραγγαλισμού που προκάλεσε η γιγάντωση των φόρων... στην αποφυγή παραλαβής απόδειξης του πολίτη που αγοράζει παπούτσια. Κάθε χρόνο το Κράτος δαπανά πάνω από 100 δις ευρώ για να τρέφει ψηφοφόρους και μηχανισμούς προπαγάνδας, να εφαρμόζει ασφυκτικούς ελέγχους σε όλο το φάσμα των οικονομικών δραστηριοτήτων των Ελλήνων και να συντηρεί μονοπώλια σκοταδιστικής και μνημειώδους αναποτελεσματικότητας που κρατάνε τη χώρα πίσω, κι όμως, το μόνο που τους απασχολεί είναι να στερήσουν από τον μέσο Έλληνα, του οποίου η διαβίωση είναι τραγικά υποδυέστερη εκείνης του μέσου κρατικού υπαλλήλου, ακόμα και τον τελευταίο οβολό που έχει για να θρέψει την οικογένειά του.
Από τη μια πλευρά είναι ο Λαός που συναλλάσσεται με μετρητά, παράγει και οικονομεί και από την άλλη τα παράσιτα με το καρτέλ των τραπεζών - των οποίων την ανακεφαλαιοποίηση πάλι ο φορολογούμενος θα την πληρώσει - και το πλαστικό χρήμα, τα οποία δεν ενοχλεί η φορολογία γιατί από αυτήν θρέφονται. Από τη μια ο καπιταλισμός και από την άλλη ο σοσιαλισμός.