Recent Posts

Pages: [1] 2 3 ... 10
1
Γενική Συνέλευση / Re: ΡΥΞΗ ΤΩΝ 4 - ΑΜΠΕ ΛΑΛΕ, ΧΑΘΗΚΕ Ο ΠΑΒΛΑΡΑΣ
« Last post by stalin666 plus+ on January 13, 2021, 04:41:58 pm »
https://webwar88.createaforum.com/general-discussion/913933925913925921931924927931-924933913923927933/msg1608/

ΚΑΛΗΣΠΕΡΑ FRIENDS!

ΧΡΟΝΙΑ ΚΑΙ ΖΑΜΑΝΙΑ! ΤΟ ΤΣΑΝΤΗΡΙ ΣΤΑ ΕΡΕΙΠΙΑ ΤΟΥ ΠΑΛΙΟΥ ΝΑΟΥ ΒΛΕΠΩ ΠΑΡΑΜΕΝΕΙ! ΩΡΑ ΓΙΑ ΝΕΟ ΥΛΙΚΟ!


ΧΟΝΤΡΗ ΚΩΛΟΓΡΙΑ ΔΕΜΕΝΗ ΣΕ ΚΑΡΕΚΛΑ ΤΡΩΕΙ ΑΝΕΛΕΗΤΑ ΠΟΛΥ ΔΥΝΑΤΑ ΧΑΣΤΟΥΚΙΑ ΖΗΤΩΝΤΑΣ ΣΥΓΓΝΩΜΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΦΕΝΤΗ ΤΗΣ. ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟ ΒΡΩΜΟΣΤΟΜΑ ΤΗΣ ΜΕΤΑΤΡΕΠΕΤΑΙ ΣΕ ΤΑΣΑΚΙ

https://motherless.com/G7BF7C25/232F65C

ΒΡΑΖΙΛΙΑΝΟ-ΚΑΤΣΙΒΕΛΑ ΓΛΕΙΦΕΙ ΤΑ ΓΕΜΑΤΑ ΧΩΜΑΤΑ, ΣΚΟΝΗ ΚΑΙ ΜΠΙΧΛΑ ΠΟΔΙΑ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΡΙΑΣ ΜΙΛΦΑΡΑΣ ΑΦΕΝΤΙΚΙΝΑΣ ΤΗΣ

https://www.pornhub.com/view_video.php?viewkey=ph5ea6d36d4a797

ΕΠΙΠΟΝΟΣ ΒΑΣΑΝΙΣΜΟΣ ΣΤΙΣ ΠΑΤΟΥΣΕΣ. ΧΤΥΠΗΜΑΤΑ ΜΕ ΔΙΑΦΟΡΑ ΕΡΓΑΛΕΙΑ, ΚΑΨΙΜΟ, ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΣ, ΤΑ ΠΑΝΤΑ. ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ ΓΕΛΑΕΙ Η ΣΚΛΑΒΑ, ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΒΑΖΕΙ ΤΑ ΚΛΑΜΜΑΤΑ.

https://www.pornhub.com/view_video.php?viewkey=ph5d9f9b8bf1d00

ΜΙΑ ΞΑΝΘΙΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΜΕΛΑΧΡΙΝΗ ΑΠΑΓΑΓΩΝΤΑΙ ΚΑΙ ΜΕΤΑΤΡΕΠΟΝΤΑΙ ΣΕ ΣΚΛΑΒΕΣ. ΜΑΣΤΙΓΩΜΑ, ΚΑΤΟΥΡΑ, ΠΟΝΟΣ, ΤΑΠΕΙΝΩΣΗ. ΣΤΑ RELATED ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΑΙ Η ΠΛΗΡΗΣ ΤΑΙΝΙΑ

https://www.xvideos.com/video27134747/two_kidnapped_women_are_kept_in_captivity_like_animals_#_tabComments

ΚΙ ΟΠΩΣ ΠΑΝΤΑ...

ΑΠΟΛΑΥΣΤΕ ΥΠΕΥΘΥΝΑ!



https://xhamster.com/videos/the-real-roswell-tape-xhE69Fq
3
Αναρχισμος / Εθνική συνείδηση και γεωπολιτική της 17Ν
« Last post by Koufontinas88 on December 27, 2020, 12:33:48 pm »


Γιώργος Λιερός*

Το καινούργιο βιβλίο του Δημήτρη Κουφοντίνα παρουσιάζει μια αντίληψη για τα εθνικά ζητήματα, που παλαιότερα ήταν πλειοψηφική στον κόσμο του ΠΑΣΟΚ και της παραδοσιακής Αριστεράς, στον χώρο της οποίας έχουν επικρατήσει σήμερα πολύ διαφορετικές απόψεις.

Για την γεωπολιτική της 17Ν; Όχι μόνο. Με το νέο του βιβλίο «Η Γεωπολιτική της 17Ν. Στον ενιαίο χώρο Ελλάδα-Τουρκία», ο Δημήτρης Κουφοντίνας παρουσιάζει την πιο διαδεδομένη αντίληψη για τα εθνικά ζητήματα στον κόσμο του ΠΑΣΟΚ και της παραδοσιακής αριστεράς κατά την πρώτη δεκαετία μετά την μεταπολίτευση. Σήμερα το μεγαλύτερο κομμάτι της αριστεράς έχει αποκηρύξει τον πατριωτισμό και είναι πολύ επιφυλακτικό με τον αντιϊμπεριαλισμό που τον υποψιάζεται για εθνικισμό. Ένα άλλο κομμάτι, που υπεράσπιζε παλιότερα αντιϊμπεριαλιστικές και πατριωτικές θέσεις, σήμερα, επικαλούμενο την τουρκική απειλή, έχει περάσει και είναι ιδιαίτερα ενεργό στον χώρο της εθνικιστικής δεξιάς. Το βιβλίο του Δ. Κουφοντίνα είναι διπλά χρήσιμο. Πρώτον, μας δίνει σημεία στήριξης για να ασκήσουμε κριτική στις δύο προηγούμενες εξαιρετικά προβληματικές κατευθύνσεις. Δεύτερον, το ίδιο το βιβλίο προσφέρεται ως αντικείμενο μιας αυστηρής αλλά και απαραίτητης κριτικής, καθώς αποτελεί την σύνοψη απόψεων που είχαν πλειοψηφικά ακροατήρια σε μια εποχή ριζοσπαστικοποίησης στην οποία, ωστόσο, βρίσκονται και μερικές από τις αιτίες της σημερινής κακοδαιμονίας.

Ο Δ. Κουφοντίνας υποστηρίζει ότι «η εθνική συνείδηση δεν είναι ιδεολόγημα. Είναι ιστορικό φαινόμενο που έχει διαδραματίσει αποφασιστικό ρόλο στην κοινωνική εξέλιξη. Από την ανατροπή του φεουδαρχισμού μέσα από τις φιλελεύθερες επαναστάσεις μέχρι την ανατροπή της αποικιοκρατίας, μέσα από τις αντιαποικιακές επαναστάσεις. Η εθνική συνείδηση έφερε τις εθνικοαπελευθερωτικές επαναστάσεις, έφερε την αντίσταση στην ξένη κατοχή» (σ. 201). Πράγματι, επικαλούμενοι τη στρατηγική τάξης εναντίον τάξης δεν ξεμπερδεύουμε ούτε με τα έθνη ούτε με τα εθνικά ζητήματα. Το έθνος-κράτος (ή η πόλη κράτος) και η ταξική πάλη πάνε μαζί. Σε γενικές γραμμές, στους άλλους τύπους κρατικά οργανωμένης κοινωνίας, η ταξική πάλη παρέμενε σε λανθάνουσα κατάσταση και δεν μπορούσε να πάρει εκτεταμένη πόσο δε μάλλον πολιτική μορφή∙ ο λόγος είναι ότι αυτές οι κοινωνίες διαιρούνταν όχι κάθετα σε τάξεις (π.χ. καπιταλιστική τάξη και προλεταριάτο) αλλά οριζόντια σε τεμαχικές σειρές δικτύων που το καθένα περιείχε κυρίαρχους και κυριαρχούμενους. Η πολιτικοποιημένη ταξική συνείδηση, το προλεταριάτο ως φαντασιακή κοινότητα και ως ιστορικό υποκείμενο, δεν γεννιέται άμεσα από τις σχέσεις παραγωγής αλλά σε σημεία που συγκλίνουν διαφορετικά είδη δικτύων εξουσίας (οικονομικά, πολιτικά, ιδεολογικά αλλά και στρατιωτικά). Όπως εύστοχα παρατηρεί ο Μάικλ Μαν, χωρίς τους πολιτικούς αγώνες στο εθνικό επίπεδο, χωρίς τη σύνδεση των μαχών γύρω από το κράτος με την εργασιακή διαδικασία, εάν δηλαδή η παγκοσμιοποίηση επικρατούσε πλήρως, δεν θα προέκυπτε μια ενιαία εργατική τάξη αλλά η «πραγματική ηγεμονία» της καπιταλιστικής τάξης πάνω σε μια πανσπερμία κλαδικών και τεμαχικών ανταγωνισμών.

Ο Δ. Κουφοντίνας έχει δίκιο επικρίνοντας τη «στάση μιας αριστεράς που κατάφερε να αναφέρεται σε ζητήματα καθαρά γεωπολιτικά όπως το Κυπριακό, χωρίς να αναφέρεται στο ρόλο της Αγγλίας. Ή στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, χωρίς να μιλάει για τις ΗΠΑ» (σ. 18). Οι καπιταλιστικές κοινωνίες σχηματίζονται μέσω στοιχείων από διαφορετικούς τρόπους παραγωγής και συγκροτούνται σε ένα ιεραρχημένο σύστημα κρατών∙ συνυπάρχουν η άντληση υπεραξίας με την αρπαγή του πλεονάσματος, η κανονική με την πρωταρχική συσσώρευση. Μάλιστα στην πιο σύγχρονη μορφή που παίρνει ο ιμπεριαλισμός, η ιεραρχία ανάμεσα στα καπιταλιστικά κράτη(αυτό που λέγαμε κάποτε ιμπεριαλιστική αλυσίδα) αναπαράγεται στο εσωτερικό των εθνικών κρατών με την κατάτμηση σε ζώνες του εθνικού χώρου, των μεγα-πόλεων κ.λπ. (σήμερα κάθε χώρα είναι μαζί Ευρώπη και Αφρική). Οι σύγχρονες καπιταλιστικές κοινωνίες –δίκτυα οικονομικών, πολιτικών, ιδεολογικών και στρατιωτικών σχέσεων– σπαράσσονται από μια μεγάλη ποικιλία αντιθέσεων (εθνοτικές, φύλου, θρησκευτικές κ.α.) και όχι μόνο από ταξικές/οικονομικές. Οι διεθνείς οικονομικές και πολιτικές σχέσεις συνιστούν ένα σημαντικό μέρος του σύγχρονου κόσμου, ενώ πλέον (με την κατάτμηση του εθνικού χώρου σε ζώνες) η γεωπολιτική δεν αφορά μόνο την εξωτερική πολιτική αλλά και την εσωτερική.

Ο Δ. Κουφοντίνας υποστηρίζει ότι «στην κάθε χώρα υπάρχουν δυο πατρίδες με την δική τους ιδεολογία», αυτή του εργαζόμενου λαού και η πατρίδα του πλούτου (σ. 202). Ωστόσο, ο Δ. Κουφοντίνας προσεγγίζοντας τα ελληνο-τουρκικά ζητήματα, δεν υπηρετεί πάντα με συνέπεια τη διάκριση αυτή. Οι θέσεις του ελληνικού κράτους –για την αιγιαλίτιδα ζώνη, την υφαλοκρηπίδα, τις ΑΟΖ κ.λπ.– δεν τίθενται πουθενά υπό διερώτηση, θεωρούνται αυτόχρημα σωστές∙ ο ίδιος ταυτίζει την εθνική κυριαρχία με τα κυριαρχικά δικαιώματα σε ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα (σ. 214) και αναφέρεται στους Τούρκους και την τουρκική ιστορία μέσα από το πρίσμα των στερεοτύπων του ελλαδικού συρμού (ο οποίος φυσικά κάθε άλλο παρά είναι κοινωνικά και πολιτικά ουδέτερος). Το μέρος του βιβλίου που μιλάει για την τουρκική κοινωνία και το τουρκικό κράτος είναι αναμφίβολα το πλέον προβληματικό. Πολύ περιορισμένες είναι μάλιστα και οι αναφορές στην ηρωική τουρκική αριστερά.

Ο Δ. Κουφοντίνας επαναλαμβάνει τη θέση που διατύπωσε το 1999 η 17Ν: «Η τουρκική απειλή… είναι η μόνιμη καθημερινή πραγματικότητα που κλιμακώνεται από το 1974… [ΠΑΣΟΚ και ΝΔ] απέτυχαν παταγωδώς να την αντιμετωπίσουν, αντίθετα, με τις συνεχείς υποχωρήσεις τους τη γιγάντωσαν» (σ. 193) και υποστηρίζει ότι η Ελλάδα «είναι θύμα ενός διπλού ανελέητου εθνικισμού: Από τη μια πλευρά, από τις ΗΠΑ, που την θέλει ως ένα βασικό κρίκο του στρατηγικού της συστήματος, και από την άλλη, από τον φασιστικό επεκτατισμό της τουρκικής άρχουσας τάξης» (σ.303). Ο Δ. Κουφοντίνας είναι ένας επαναστάτης και ποτέ δεν θα επέλεγε να εξάγει από μια τέτοια τοποθέτηση του ζητήματος τα συμπεράσματα που βγάζει η ρεαλιστική σχολή της γεωπολιτικής: αφού κανείς δεν μπορεί να τα βάλει με όλους τους εχθρούς του συγχρόνως, γιατί η Ελλάδα να μην αξιοποιήσει τον ρόλο της σαν βασικός κρίκος του στρατηγικού συστήματος των ΗΠΑ εναντίον της Τουρκίας; Σήμερα, κάποιοι από την παλιά άκρα αριστερά και το πατριωτικό ΠΑΣΟΚ έχουν πάρει αυτόν τον ολισθηρό δρόμο: υπεραμύνονται της συμμαχίας με το Ισραήλ, την Αίγυπτο και τα Εμιράτα, υποστηρίζουν την αποστολή πάτριοτ στη Σαουδική Αραβία και θεωρούν την Ελλάδα προμαχώνα της Δύσης και του χριστιανικού πολιτισμού απέναντι στην απειλή της Ασίας (βλ. Ρωσία, Κίνα) και του Ισλάμ.

Φυσικά η 17Ν δεν έχει καμιά σχέση με όλα αυτά και ίσως το 1999 να μπορούσαμε απλώς να προσπεράσουμε τις θέσεις της –που και τότε ήταν λαθεμένες. Σήμερα αυτό δεν μπορεί να γίνει με την εθνικιστική μερίδα της δεξιάς να επελαύνει συσπειρωμένη στο κόμμα του (ελληνοτουρκικού) πολέμου, διευρυμένη και έχοντας την υποστήριξη ντόπιων και ξένων πολιτικο-στρατιωτικών και ιδεολογικών δικτύων εξουσίας. Βέβαια, εξίσου αν όχι περισσότερο εσφαλμένη είναι και η αντίθετη άποψη, δηλαδή ότι η Ελλάδα είναι η επιτιθέμενη και η Τουρκία –και μάλιστα η Τουρκία της μετά το 2013 πολιτικής Ερντογάν– η αμυνόμενη. Γνωρίζουμε καλά ότι η αλλαγή των συνόρων συνεπάγεται εθνοκάθαρση και προσφυγιά. Ο πόλεμος εναντίον της ξένης εισβολής είναι δίκαιος πόλεμος. Ποιος όμως κρίνει εν τέλει το δίκαιο ή άδικο ενός πολέμου; Από την δική μας σκοπιά η απάντηση είναι: η άτυπη οιονεί κανονιστική κοινότητα που σχηματίζεται μέσα από την αντιϊμπεριαλιστική αλληλεγγύη των λαών (και η οποία φυσικά δεν αποφασίζει με ψηφοφορία). Αξίζουν άραγε την αλληλεγγύη της διεθνούς δημοκρατικής κοινής γνώμης οι σύμμαχοι του Ισραήλ, των Σαουδαράβων, του Σίσι, του Μακρόν και του Γκουιδάδο; Αν η Ελλάδα δεχτεί επίθεση από την Τουρκία ίσως οι άλλοι λαοί να μας πουν: όπως στρώσατε έτσι θα κοιμηθείτε.

*

Η σύγχρονη Ελλάδα, κατά την γνώμη μας, δεν είναι ένα ιμπεριαλιστικό κράτος ,όπως νομίζει ένα μεγάλο μέρος της εγχώριας αριστεράς, ή έστω μια ανεξάρτητη χώρα, αλλά ένα κράτος-πελάτης. Κράτος-πελάτης ήταν και η Τουρκία μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και μέχρι την άνοδο του Ερντογάν. Κράτη πελάτες είναι τα κράτη των Βαλκανίων, του Καυκάσου και της Μέσης Ανατολής εκτός του Ιράν, του Ισραήλ και της Σαουδικής Αραβίας. Η σχέση που έχει όμως το κράτος πελάτης με τους πάτρωνες του και τα άλλα κράτη της κατηγορίας του δεν είναι παθητική αλλά εξόχως ενεργητική. Η πανουργία, την οποία απέδιδε ως διαχρονικό και πάγιο χαρακτηριστικό στην ελληνική διπλωματία ένα κείμενο μιας ομάδας συντρόφων, χαρακτηρίζει την εξωτερική πολιτική των περισσοτέρων από αυτά τα κράτη. Τα κράτη-πελάτες είναι πάντα έτοιμα, μόλις ο πάτρωνας τους δώσει το ελεύθερο, να αρπάξουν ένα κομμάτι από τον γείτονα εδραιώνοντας έτσι και τη θέση τους στο εσωτερικό τους. Εάν κάποιος γείτονάς τους δυναμώσει υπέρμετρα θα αντιδράσουν ενισχύοντας τους δεσμούς τους με τους πάτρωνες τους. Όταν οι πάτρωνες θα βρουν την ευκαιρία να κοντύνουν τον «υβριστή», οι πελάτες τους θα προσπαθήσουν να χώσουν και αυτοί τα δόντια τους όπου τους σταθεί βολικό. Δεν παρακολουθούν παθητικά τις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις, κάνουν ο,τι μπορούν για να τις προκαλέσουν (εναντίον των γειτόνων τους)∙ τα τελευταία 200 χρόνια βαλκανικής ιστορίας είναι ιδιαίτερα διαφωτιστικά πάνω σε αυτό.

Οι ανταγωνισμοί ανάμεσα στα κράτη-πελάτες είναι οργανικό μέρος του συστήματος ιμπεριαλιστικής εξάρτησης∙ υποδαυλίζουν αυτόν τον «ναρκισσισμό των μικρών διαφορών», που αναπτύσσεται μεταξύ των συγγενών λαών. Αντίθετα, εμείς πρέπει να κινηθούμε στη κατεύθυνση της δημιουργίας και της διάδοσης στους λαούς της Βαλκανικής και της Μικράς Ασίας αισθημάτων συμφιλίωσης και αλληλεγγύης μέσα από την συνειδητοποίηση της κοινής μοίρας όλων μας, την αναγνώριση του κοινού μας πολιτιστικού υπόβαθρου, αυτού της ανατολικής Μεσογείου∙ να σκιαγραφήσουμε πλαίσια για την ειρηνική επίλυση των διαφορών με αμοιβαίες υποχωρήσεις, κριτήρια για το δίκαιο και τον άδικο πόλεμο. Με μια τέτοια πολιτική οφείλουμε να προσπαθήσουμε να κερδίσουμε την καρδιά έστω μιας μικρής μερίδας των λαών της γειτονιάς μας. Διαφορετικά, εάν κάποτε σταθεί δυνατό να δρομολογηθεί σε κάποια γωνιά της περιοχής μας ένα κίνημα κοινωνικού μετασχηματισμού, αυτό δεν θα μπορέσει να επιζήσει. Τα παναραβικά και τα παναφρικανικά αισθήματα των λαών τους, επέβαλλαν στις ηγεσίες του Μαρόκου και της Τυνησίας να βοηθήσουν την αλγερίνικη επανάσταση και χωρίς αυτή τη βοήθεια η τελευταία δεν θα είχε καταφέρει να επιβιώσει και να νικήσει. Τα λατινοαμερικάνικα κράτη διεξήγαγαν σκληρούς πολέμους μεταξύ τους,διέπραξαν γενοκτονίες το ένα σε βάρος του άλλου. Όμως, τι θα είχε πετύχει η αριστερά και τα κοινωνικά κινήματα χωρίς αυτή την ολοζώντανη λατινοαμερικάνικη ταυτότητα που μοιράζονται οι λαοί της υποηπείρου χωρίς αυτό το τόσο ισχυρό αίσθημα του ανήκειν στην ίδια ομάδα συγγενών λαών; Είναι παλιά και γνωστή η αντιπαλότητα ανάμεσα στην Αργεντινή και τη Βραζιλία. Ποιος βραζιλιάνος ή αργεντίνος αριστερός θα τόλμαγε ποτέ να της δώσει το ίδιο βάρος με τον κοινό αγώνα που καλούνται να δώσουν οι δυο λαοί εναντίον του βορειοαμερικανικού ιμπεριαλισμού;

*συγγραφέας

ΠΗΓΗ: https://www.efsyn.gr/politiki/273453_ethniki-syneidisi-kai-geopolitiki-tis-17n

4
Αναρχισμος / Εθνική συνείδηση και γεωπολιτική της 17Ν
« Last post by Koufontinas88 on December 27, 2020, 12:33:11 pm »


Γιώργος Λιερός*

Το καινούργιο βιβλίο του Δημήτρη Κουφοντίνα παρουσιάζει μια αντίληψη για τα εθνικά ζητήματα, που παλαιότερα ήταν πλειοψηφική στον κόσμο του ΠΑΣΟΚ και της παραδοσιακής Αριστεράς, στον χώρο της οποίας έχουν επικρατήσει σήμερα πολύ διαφορετικές απόψεις.

Για την γεωπολιτική της 17Ν; Όχι μόνο. Με το νέο του βιβλίο «Η Γεωπολιτική της 17Ν. Στον ενιαίο χώρο Ελλάδα-Τουρκία», ο Δημήτρης Κουφοντίνας παρουσιάζει την πιο διαδεδομένη αντίληψη για τα εθνικά ζητήματα στον κόσμο του ΠΑΣΟΚ και της παραδοσιακής αριστεράς κατά την πρώτη δεκαετία μετά την μεταπολίτευση. Σήμερα το μεγαλύτερο κομμάτι της αριστεράς έχει αποκηρύξει τον πατριωτισμό και είναι πολύ επιφυλακτικό με τον αντιϊμπεριαλισμό που τον υποψιάζεται για εθνικισμό. Ένα άλλο κομμάτι, που υπεράσπιζε παλιότερα αντιϊμπεριαλιστικές και πατριωτικές θέσεις, σήμερα, επικαλούμενο την τουρκική απειλή, έχει περάσει και είναι ιδιαίτερα ενεργό στον χώρο της εθνικιστικής δεξιάς. Το βιβλίο του Δ. Κουφοντίνα είναι διπλά χρήσιμο. Πρώτον, μας δίνει σημεία στήριξης για να ασκήσουμε κριτική στις δύο προηγούμενες εξαιρετικά προβληματικές κατευθύνσεις. Δεύτερον, το ίδιο το βιβλίο προσφέρεται ως αντικείμενο μιας αυστηρής αλλά και απαραίτητης κριτικής, καθώς αποτελεί την σύνοψη απόψεων που είχαν πλειοψηφικά ακροατήρια σε μια εποχή ριζοσπαστικοποίησης στην οποία, ωστόσο, βρίσκονται και μερικές από τις αιτίες της σημερινής κακοδαιμονίας.

Ο Δ. Κουφοντίνας υποστηρίζει ότι «η εθνική συνείδηση δεν είναι ιδεολόγημα. Είναι ιστορικό φαινόμενο που έχει διαδραματίσει αποφασιστικό ρόλο στην κοινωνική εξέλιξη. Από την ανατροπή του φεουδαρχισμού μέσα από τις φιλελεύθερες επαναστάσεις μέχρι την ανατροπή της αποικιοκρατίας, μέσα από τις αντιαποικιακές επαναστάσεις. Η εθνική συνείδηση έφερε τις εθνικοαπελευθερωτικές επαναστάσεις, έφερε την αντίσταση στην ξένη κατοχή» (σ. 201). Πράγματι, επικαλούμενοι τη στρατηγική τάξης εναντίον τάξης δεν ξεμπερδεύουμε ούτε με τα έθνη ούτε με τα εθνικά ζητήματα. Το έθνος-κράτος (ή η πόλη κράτος) και η ταξική πάλη πάνε μαζί. Σε γενικές γραμμές, στους άλλους τύπους κρατικά οργανωμένης κοινωνίας, η ταξική πάλη παρέμενε σε λανθάνουσα κατάσταση και δεν μπορούσε να πάρει εκτεταμένη πόσο δε μάλλον πολιτική μορφή∙ ο λόγος είναι ότι αυτές οι κοινωνίες διαιρούνταν όχι κάθετα σε τάξεις (π.χ. καπιταλιστική τάξη και προλεταριάτο) αλλά οριζόντια σε τεμαχικές σειρές δικτύων που το καθένα περιείχε κυρίαρχους και κυριαρχούμενους. Η πολιτικοποιημένη ταξική συνείδηση, το προλεταριάτο ως φαντασιακή κοινότητα και ως ιστορικό υποκείμενο, δεν γεννιέται άμεσα από τις σχέσεις παραγωγής αλλά σε σημεία που συγκλίνουν διαφορετικά είδη δικτύων εξουσίας (οικονομικά, πολιτικά, ιδεολογικά αλλά και στρατιωτικά). Όπως εύστοχα παρατηρεί ο Μάικλ Μαν, χωρίς τους πολιτικούς αγώνες στο εθνικό επίπεδο, χωρίς τη σύνδεση των μαχών γύρω από το κράτος με την εργασιακή διαδικασία, εάν δηλαδή η παγκοσμιοποίηση επικρατούσε πλήρως, δεν θα προέκυπτε μια ενιαία εργατική τάξη αλλά η «πραγματική ηγεμονία» της καπιταλιστικής τάξης πάνω σε μια πανσπερμία κλαδικών και τεμαχικών ανταγωνισμών.

Ο Δ. Κουφοντίνας έχει δίκιο επικρίνοντας τη «στάση μιας αριστεράς που κατάφερε να αναφέρεται σε ζητήματα καθαρά γεωπολιτικά όπως το Κυπριακό, χωρίς να αναφέρεται στο ρόλο της Αγγλίας. Ή στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, χωρίς να μιλάει για τις ΗΠΑ» (σ. 18). Οι καπιταλιστικές κοινωνίες σχηματίζονται μέσω στοιχείων από διαφορετικούς τρόπους παραγωγής και συγκροτούνται σε ένα ιεραρχημένο σύστημα κρατών∙ συνυπάρχουν η άντληση υπεραξίας με την αρπαγή του πλεονάσματος, η κανονική με την πρωταρχική συσσώρευση. Μάλιστα στην πιο σύγχρονη μορφή που παίρνει ο ιμπεριαλισμός, η ιεραρχία ανάμεσα στα καπιταλιστικά κράτη(αυτό που λέγαμε κάποτε ιμπεριαλιστική αλυσίδα) αναπαράγεται στο εσωτερικό των εθνικών κρατών με την κατάτμηση σε ζώνες του εθνικού χώρου, των μεγα-πόλεων κ.λπ. (σήμερα κάθε χώρα είναι μαζί Ευρώπη και Αφρική). Οι σύγχρονες καπιταλιστικές κοινωνίες –δίκτυα οικονομικών, πολιτικών, ιδεολογικών και στρατιωτικών σχέσεων– σπαράσσονται από μια μεγάλη ποικιλία αντιθέσεων (εθνοτικές, φύλου, θρησκευτικές κ.α.) και όχι μόνο από ταξικές/οικονομικές. Οι διεθνείς οικονομικές και πολιτικές σχέσεις συνιστούν ένα σημαντικό μέρος του σύγχρονου κόσμου, ενώ πλέον (με την κατάτμηση του εθνικού χώρου σε ζώνες) η γεωπολιτική δεν αφορά μόνο την εξωτερική πολιτική αλλά και την εσωτερική.

Ο Δ. Κουφοντίνας υποστηρίζει ότι «στην κάθε χώρα υπάρχουν δυο πατρίδες με την δική τους ιδεολογία», αυτή του εργαζόμενου λαού και η πατρίδα του πλούτου (σ. 202). Ωστόσο, ο Δ. Κουφοντίνας προσεγγίζοντας τα ελληνο-τουρκικά ζητήματα, δεν υπηρετεί πάντα με συνέπεια τη διάκριση αυτή. Οι θέσεις του ελληνικού κράτους –για την αιγιαλίτιδα ζώνη, την υφαλοκρηπίδα, τις ΑΟΖ κ.λπ.– δεν τίθενται πουθενά υπό διερώτηση, θεωρούνται αυτόχρημα σωστές∙ ο ίδιος ταυτίζει την εθνική κυριαρχία με τα κυριαρχικά δικαιώματα σε ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα (σ. 214) και αναφέρεται στους Τούρκους και την τουρκική ιστορία μέσα από το πρίσμα των στερεοτύπων του ελλαδικού συρμού (ο οποίος φυσικά κάθε άλλο παρά είναι κοινωνικά και πολιτικά ουδέτερος). Το μέρος του βιβλίου που μιλάει για την τουρκική κοινωνία και το τουρκικό κράτος είναι αναμφίβολα το πλέον προβληματικό. Πολύ περιορισμένες είναι μάλιστα και οι αναφορές στην ηρωική τουρκική αριστερά.

Ο Δ. Κουφοντίνας επαναλαμβάνει τη θέση που διατύπωσε το 1999 η 17Ν: «Η τουρκική απειλή… είναι η μόνιμη καθημερινή πραγματικότητα που κλιμακώνεται από το 1974… [ΠΑΣΟΚ και ΝΔ] απέτυχαν παταγωδώς να την αντιμετωπίσουν, αντίθετα, με τις συνεχείς υποχωρήσεις τους τη γιγάντωσαν» (σ. 193) και υποστηρίζει ότι η Ελλάδα «είναι θύμα ενός διπλού ανελέητου εθνικισμού: Από τη μια πλευρά, από τις ΗΠΑ, που την θέλει ως ένα βασικό κρίκο του στρατηγικού της συστήματος, και από την άλλη, από τον φασιστικό επεκτατισμό της τουρκικής άρχουσας τάξης» (σ.303). Ο Δ. Κουφοντίνας είναι ένας επαναστάτης και ποτέ δεν θα επέλεγε να εξάγει από μια τέτοια τοποθέτηση του ζητήματος τα συμπεράσματα που βγάζει η ρεαλιστική σχολή της γεωπολιτικής: αφού κανείς δεν μπορεί να τα βάλει με όλους τους εχθρούς του συγχρόνως, γιατί η Ελλάδα να μην αξιοποιήσει τον ρόλο της σαν βασικός κρίκος του στρατηγικού συστήματος των ΗΠΑ εναντίον της Τουρκίας; Σήμερα, κάποιοι από την παλιά άκρα αριστερά και το πατριωτικό ΠΑΣΟΚ έχουν πάρει αυτόν τον ολισθηρό δρόμο: υπεραμύνονται της συμμαχίας με το Ισραήλ, την Αίγυπτο και τα Εμιράτα, υποστηρίζουν την αποστολή πάτριοτ στη Σαουδική Αραβία και θεωρούν την Ελλάδα προμαχώνα της Δύσης και του χριστιανικού πολιτισμού απέναντι στην απειλή της Ασίας (βλ. Ρωσία, Κίνα) και του Ισλάμ.

Φυσικά η 17Ν δεν έχει καμιά σχέση με όλα αυτά και ίσως το 1999 να μπορούσαμε απλώς να προσπεράσουμε τις θέσεις της –που και τότε ήταν λαθεμένες. Σήμερα αυτό δεν μπορεί να γίνει με την εθνικιστική μερίδα της δεξιάς να επελαύνει συσπειρωμένη στο κόμμα του (ελληνοτουρκικού) πολέμου, διευρυμένη και έχοντας την υποστήριξη ντόπιων και ξένων πολιτικο-στρατιωτικών και ιδεολογικών δικτύων εξουσίας. Βέβαια, εξίσου αν όχι περισσότερο εσφαλμένη είναι και η αντίθετη άποψη, δηλαδή ότι η Ελλάδα είναι η επιτιθέμενη και η Τουρκία –και μάλιστα η Τουρκία της μετά το 2013 πολιτικής Ερντογάν– η αμυνόμενη. Γνωρίζουμε καλά ότι η αλλαγή των συνόρων συνεπάγεται εθνοκάθαρση και προσφυγιά. Ο πόλεμος εναντίον της ξένης εισβολής είναι δίκαιος πόλεμος. Ποιος όμως κρίνει εν τέλει το δίκαιο ή άδικο ενός πολέμου; Από την δική μας σκοπιά η απάντηση είναι: η άτυπη οιονεί κανονιστική κοινότητα που σχηματίζεται μέσα από την αντιϊμπεριαλιστική αλληλεγγύη των λαών (και η οποία φυσικά δεν αποφασίζει με ψηφοφορία). Αξίζουν άραγε την αλληλεγγύη της διεθνούς δημοκρατικής κοινής γνώμης οι σύμμαχοι του Ισραήλ, των Σαουδαράβων, του Σίσι, του Μακρόν και του Γκουιδάδο; Αν η Ελλάδα δεχτεί επίθεση από την Τουρκία ίσως οι άλλοι λαοί να μας πουν: όπως στρώσατε έτσι θα κοιμηθείτε.

*

Η σύγχρονη Ελλάδα, κατά την γνώμη μας, δεν είναι ένα ιμπεριαλιστικό κράτος ,όπως νομίζει ένα μεγάλο μέρος της εγχώριας αριστεράς, ή έστω μια ανεξάρτητη χώρα, αλλά ένα κράτος-πελάτης. Κράτος-πελάτης ήταν και η Τουρκία μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και μέχρι την άνοδο του Ερντογάν. Κράτη πελάτες είναι τα κράτη των Βαλκανίων, του Καυκάσου και της Μέσης Ανατολής εκτός του Ιράν, του Ισραήλ και της Σαουδικής Αραβίας. Η σχέση που έχει όμως το κράτος πελάτης με τους πάτρωνες του και τα άλλα κράτη της κατηγορίας του δεν είναι παθητική αλλά εξόχως ενεργητική. Η πανουργία, την οποία απέδιδε ως διαχρονικό και πάγιο χαρακτηριστικό στην ελληνική διπλωματία ένα κείμενο μιας ομάδας συντρόφων, χαρακτηρίζει την εξωτερική πολιτική των περισσοτέρων από αυτά τα κράτη. Τα κράτη-πελάτες είναι πάντα έτοιμα, μόλις ο πάτρωνας τους δώσει το ελεύθερο, να αρπάξουν ένα κομμάτι από τον γείτονα εδραιώνοντας έτσι και τη θέση τους στο εσωτερικό τους. Εάν κάποιος γείτονάς τους δυναμώσει υπέρμετρα θα αντιδράσουν ενισχύοντας τους δεσμούς τους με τους πάτρωνες τους. Όταν οι πάτρωνες θα βρουν την ευκαιρία να κοντύνουν τον «υβριστή», οι πελάτες τους θα προσπαθήσουν να χώσουν και αυτοί τα δόντια τους όπου τους σταθεί βολικό. Δεν παρακολουθούν παθητικά τις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις, κάνουν ο,τι μπορούν για να τις προκαλέσουν (εναντίον των γειτόνων τους)∙ τα τελευταία 200 χρόνια βαλκανικής ιστορίας είναι ιδιαίτερα διαφωτιστικά πάνω σε αυτό.

Οι ανταγωνισμοί ανάμεσα στα κράτη-πελάτες είναι οργανικό μέρος του συστήματος ιμπεριαλιστικής εξάρτησης∙ υποδαυλίζουν αυτόν τον «ναρκισσισμό των μικρών διαφορών», που αναπτύσσεται μεταξύ των συγγενών λαών. Αντίθετα, εμείς πρέπει να κινηθούμε στη κατεύθυνση της δημιουργίας και της διάδοσης στους λαούς της Βαλκανικής και της Μικράς Ασίας αισθημάτων συμφιλίωσης και αλληλεγγύης μέσα από την συνειδητοποίηση της κοινής μοίρας όλων μας, την αναγνώριση του κοινού μας πολιτιστικού υπόβαθρου, αυτού της ανατολικής Μεσογείου∙ να σκιαγραφήσουμε πλαίσια για την ειρηνική επίλυση των διαφορών με αμοιβαίες υποχωρήσεις, κριτήρια για το δίκαιο και τον άδικο πόλεμο. Με μια τέτοια πολιτική οφείλουμε να προσπαθήσουμε να κερδίσουμε την καρδιά έστω μιας μικρής μερίδας των λαών της γειτονιάς μας. Διαφορετικά, εάν κάποτε σταθεί δυνατό να δρομολογηθεί σε κάποια γωνιά της περιοχής μας ένα κίνημα κοινωνικού μετασχηματισμού, αυτό δεν θα μπορέσει να επιζήσει. Τα παναραβικά και τα παναφρικανικά αισθήματα των λαών τους, επέβαλλαν στις ηγεσίες του Μαρόκου και της Τυνησίας να βοηθήσουν την αλγερίνικη επανάσταση και χωρίς αυτή τη βοήθεια η τελευταία δεν θα είχε καταφέρει να επιβιώσει και να νικήσει. Τα λατινοαμερικάνικα κράτη διεξήγαγαν σκληρούς πολέμους μεταξύ τους,διέπραξαν γενοκτονίες το ένα σε βάρος του άλλου. Όμως, τι θα είχε πετύχει η αριστερά και τα κοινωνικά κινήματα χωρίς αυτή την ολοζώντανη λατινοαμερικάνικη ταυτότητα που μοιράζονται οι λαοί της υποηπείρου χωρίς αυτό το τόσο ισχυρό αίσθημα του ανήκειν στην ίδια ομάδα συγγενών λαών; Είναι παλιά και γνωστή η αντιπαλότητα ανάμεσα στην Αργεντινή και τη Βραζιλία. Ποιος βραζιλιάνος ή αργεντίνος αριστερός θα τόλμαγε ποτέ να της δώσει το ίδιο βάρος με τον κοινό αγώνα που καλούνται να δώσουν οι δυο λαοί εναντίον του βορειοαμερικανικού ιμπεριαλισμού;

*συγγραφέας

ΠΗΓΗ: https://www.efsyn.gr/politiki/273453_ethniki-syneidisi-kai-geopolitiki-tis-17n

5
Αναρχισμος / Αναρχοεθνοφυλετισμός
« Last post by Koufontinas88 on December 27, 2020, 11:50:01 am »


6
Φασισμός / WAR IS LIFE ITSELF
« Last post by Standarte-Westland on December 22, 2020, 07:34:24 pm »
Ο Μεγάλος φτύνει αλήθειες: https://www.bitchute.com/video/wJhgnpUsSwUh
7
Φασισμός / Ο ΖΗΒ ΣΤΕΡΝΧΕΛ ΚΑΙ ΟΙ ΑΡΙΣΤΕΡΕΣ ΚΑΤΑΒΟΛΕΣ ΤΟΥ ΦΑΣ&
« Last post by ELLINIKOSBLOG on December 15, 2020, 10:47:56 am »
Ὁ Πολωνοεβραῖος ἀκαδημαϊκὸς Ζῆβ Στέρνχελ (Zeev Sternhell), καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου τῆς Ἱερουσαλήμ, ἦταν ἕνας ἀπὸ τοὺς κορυφαίους καὶ τοὺς πλέον καινοτόμους μελετητὲς τοῦ φασιστικοῦ πολιτικοῦ φαινομένου. Τὸ μεγάλο ἅλμα ποὺ πραγματοποίησε στὴν μελέτη τοῦ φασισμοῦ ἦταν νὰ ἀπορρίψει τὶς μέχρι τότε τετριμμένες ἑρμηνεῖες, μαρξιστικὲς καὶ φιλελεύθερες, ποὺ ἀντιμετώπιζαν ἀντιστοίχως τὸν φασισμὸ εἴτε ὡς ἕνα κίνημα τῆς ἀστικῆς ἀντίδρασης κατὰ τοῦ κομμουνισμοῦ, εἴτε ὡς μία αὐταρχικὴ δημαγωγικὴ καὶ μιλιταριστικὴ πολιτική. Ὁ Στέρνχελ ἀνέλυσε μὲ ὑποδειγματικὴ ἐπιστημονικὴ ἀντικειμενικότητα τὸν φασισμὸ ὡς μία ἰδιαίτερη ἰδεολογία, μὲ τὶς δικὲς της ἀρχές καὶ ἀξίες, μὲ τὴν δικιά της κοσμοαντίληψη, ἡ ὁποία μπορεῖ νὰ σταθεῖ ἐπαξίως δίπλα στὶς μεγάλες ἰδεολογίες τοῦ νεωτέρου καὶ τοῦ σύγχρονου κόσμου. Ἀντιμετώπισε τὸν φασισμὸ κατ’ ἀρχὰς ὡς ἕνα πολιτιστικὸ φαινόμενο ποὺ ἀργότερα διαμόρφωσε τὰ χαρακτηριστικὰ του ὡς ἰδεολογία καὶ ἐξελίχθη σὲ ριζοσπαστικὸ πολιτικὸ κίνημα, καταδεικνύοντας ὡς τὸ πρῶτο ἐργαστήριο τοῦ φασισμοῦ τὴν Γαλλία στὰ τέλη τοῦ 19ου καὶ στὶς ἀρχὲς τοῦ 20οῦ αἰῶνα. Ἀπὸ τὶς σχετικὲς ἐργασίες του ξεχωρίζουν οἱ ἐξῆς: «Ἡ φασιστικὴ ἰδεολογία» (Fascist Ideology), «Ἡ γέννεση τῆς φασιστικῆς ἰδεολογίας» (Naissance de l’idιologie fasciste), «Οὔτε Δεξιά, οὔτε Ἀριστερά: Ἡ φασιστικὴ ἰδεολογία στὴν Γαλλία» (Ni droite ni gauche: l’idιologie fasciste en France) «Ἡ ἐπαναστατικὴ Δεξιά: Οἱ γαλλικὲς καταβολὲς τοῦ φασισμοῦ, 1885-1914» (La droite rιvolutionnaire – Les origines franηaises du fascisme). Ὁ Στέρνχελ παρέμεινε μέχρι τέλους ἀκραιφνὴς φιλελεύθερος, ἐνῶ ὑπῆρξε ἀναθεωρητὴς τῆς ἰσραηλινῆς ἱστορίας καὶ δριμὺς ἐπικριτὴς τῆς ἰσραηλινῆς Δεξιᾶς καὶ τῆς καταπίεσης τῶν Παλαιστινίων στὰ Κατεχόμενα ἀπὸ τὸ Ἰσραὴλ ἐδάφη. Ἀπεβίωσε στὶς 22 Ἰουνίου 2020 σὲ ἡλικία 85 ἐτῶν.

Παραθέτουμε μικρὰ ἀποσπάσματα ἀπὸ τὸ ἄρθρο ποὺ βρίσκεται δημοσιευμένο στὸ τρέχον τεῦχος τοῦ Ἐνζύμου (τεῦχος Η, Φθινόπωρο 2020).

[…] Ὁ φασισμὸς κατὰ τὴν ἑρμηνεία τοῦ Στέρνχελ δὲν εἶναι οὔτε μία ἀνωμαλία τῆς σύγχρονης ἱστορίας, οὔτε μία «μόλυνση» (Κρότσε), οὔτε ἀποτέλεσμα τῆς κρίσης τῆς περιόδου 1914-1918, οὔτε ἀντανακλαστικὸ ἤ ἀντίδραση ἀπέναντι στὸν μαρξισμὸ (Νόλτε). Ὁ φασισμὸς εἶναι ἕνα φαινόμενο πολιτικὸ καὶ πολιτιστικὸ ποὺ ἀπολαμβάνει πλήρους πνευματικῆς αὐτονομίας, τουτέστιν πρέπει νὰ μελετηθεῖ αὐτὸς καθαυτόν, καὶ ὄχι ὡς προϊὸν ἑνὸς ἄλλου πράγματος ἤ φαινομένου. Παρεμπιπτόντως, σύμφωνα μὲ τὸν Στέρνχελ θὰ πρέπει νὰ διαχωρίσουμε τὸν φασισμὸ ἀπὸ τὸν ἐθνικοσοσιαλισμὸ (ὁ Στέρνχελ τὸν ἀναφέρει ὡς «ναζισμό», χρησιμοποιῶντας τὸν συνήθη καθιερωμένο ὅρο, στὸν ὁποῖον, ὡστόσο, μὲ ἐντιμότητα ἀντιτάχθη ὁ Νόλτε). Παρὰ τὶς ὁμοιότητες μεταξὺ φασισμοῦ καὶ ἐθνικοσοσιαλισμοῦ ἡ μεγάλη τους διαφορὰ εἶναι ἡ βιολογικὴ αἰτιοκρατία τοῦ ἐθνικοσοσιαλισμοῦ ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸν φασισμό: ἕνας μαρξιστὴς μπορεῖ νὰ γίνει ἐθνικοσοσιαλιστὴς ἀλλὰ ὄχι κι ἕνας Ἑβραῖος (ἀντιθέτως ὑπῆρχαν Ἑβραῖοι φασίστες). Ὁ φυλετισμὸς δὲν ἀποτελεῖ οὐσιαστικὸ στοιχεῖο τοῦ φασισμοῦ, ἄν καὶ συνεισέφερε στὴν φασιστικὴ ἰδεολογία. Ὁ Στέρνχελ ἐπισημαίνει ὅτι τὸ συστατικὸ στοιχεῖο τοῦ φασισμοῦ εἶναι ἕνας ἐθνικισμὸς ποὺ βασίζεται στὸ αἴσθημα τοῦ ἀνήκειν, στὴν «γῆ καὶ τοὺς νεκρούς», ὅπως ἔλεγε ὁ Μπαρρές ἤ στὸ «αἷμα καὶ γῆ» τοῦ ἐθνικοσοσιαλισμοῦ.

[…] Πῶς μπόρεσε νὰ ἐμφανισθεῖ ὁ φασισμὸς στὴν εὐρωπαϊκὴ καὶ τὴν παγκόσμια ἱστορία; Ἡ συνηθισμένη ἐξήγηση δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ περιορίζεται σὲ κοινοτοπίες. Στὴν πραγματικότητα, θὰ πρέπει νὰ δοῦμε τὸν φασισμὸ πρωτίστως ὡς ἕνα φαινόμενο πολιτιστικό. Εἶναι, κατ’ ἀρχάς, μία ἀπόρριψη τῆς φιλελεύθερης, δημοκρατικῆς καὶ μαρξιστικῆς νοοτροπίας· εἶναι μία ἀπόρριψη τῆς μηχανιστικῆς καὶ ὠφελιμιστικῆς ἀντίληψης περὶ τῆς κοινωνίας. Ἐκφράζει ὅμως ἐπίσης τὴν βούληση γιὰ τὴν ἐγκαθίδρυση ἑνὸς ἡρωικοῦ πολιτισμοῦ πάνω στὰ ἐρείπια ἑνὸς ἄκρως ὑλιστικοῦ πολιτισμοῦ. Ὁ φασισμὸς θέλει νὰ διαμορφώσει ἕναν νέο ἄνθρωπο, ἐνεργητικὸ καὶ δυναμικό. Παρ’ ὅτι παρουσιάζει αὐτὴν τὴν παραδοσιακὴ πλευρά, τὸ κίνημα αὐτὸ ἐμπεριέχει ἀπὸ τὶς καταβολές του ἕναν πολὺ ἔντονο μοντέρνο χαρακτῆρα καὶ ἡ φουτουριστική του αἰσθητικὴ ἦταν ὁ καλύτερος τρόπος γιὰ τὴν προσέλκυση διανοουμένων καὶ μίας νεολαίας ποὺ ἀσφυκτιοῦσαν ἀπὸ τὴν στενότητα τῆς ἀστικῆς κοινωνίας. Ὁ ἐλιτισμὸς –ὑπὸ τὴν ἔννοια ὅτι μία ἐλίτ δὲν εἶναι μία κοινωνικὴ κατηγορία ποὺ προσδιορίζεται ἀπὸ τὴν θέση ποὺ καταλαμβάνει στὴν διαδικασία τῆς παραγωγῆς ἀλλὰ στὸν χῶρο τοῦ πνεύματος- εἶναι ἕνα ἄλλο μεῖζον στοιχεῖο αὐτῆς τῆς δύναμης ἕλξεως. Ὁ μύθος ὡς κλειδὶ γιὰ τὴν ἑρμηνεία τοῦ κόσμου, ὁ κορπορατισμὸς ὡς κοινωνικὸ ἰδεῶδες, ποὺ δίνει σὲ πλατιὰ στρώματα τοῦ πληθυσμοῦ τὸ αἴσθημα ὅτι ὑπάρχουν νέες εὐκαιρίες ἀνόδου καὶ συμμετοχῆς, ἀποτελοῦν ἐπίσης μέρος τοῦ μυστικοῦ τοῦ φασισμοῦ. Διότι ὁ φασισμὸς ἀνάγει τὰ οἰκονομικὰ καὶ κοινωνικὰ ζητήματα πρωτίστως σὲ ζητήματα ψυχολογικῆς τάξεως. Πάνω ἀπ’ ὅλα, ὁ φασισμὸς ἐξυπηρετεῖ τὴν ἐθνικὴ κοινότητα καθιστώντας την ἕνα σῶμα ὀργανωμένο γιὰ τὸ δικό της ὄφελος, ταυτίζοντας τὰ ἐπὶ μέρους συμφέροντα μὲ τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδας, κοινωνεῖ τὴν ἴδια λατρεία τῶν ἡρωικῶν ἀξιῶν, μὲ μία τέτοια ἔνταση ποὺ ὑπερβαίνει τὴν τοποθέτηση ἑνὸς ψηφοδελτίου σὲ μία κάλπη. Γι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους τὸ πολιτικὸ ὕφος παίζει τόσο σημαντικὸ ρόλο στὸν φασισμό. Ὁ φασισμὸς ἦρθε γιὰ νὰ διακηρύξει ὅτι ὑπάρχει ἕνας πολιτισμὸς ποὺ δὲν βασίζεται στὰ προνόμια τοῦ χρήματος ἤ τῆς καταγωγῆς ἀλλὰ στὸ ὁμαδικὸ πνεύμα, στὸ πνεύμα τῆς συντροφικότητας, στὸ πνεύμα τῆς ὀργανικῆς κοινότητας, τοῦ συνδέσμου (Bund), ὅπως ἐλέγετο τὴν ἴδια περίοδο στὴν Γερμανία.
8
Είναι αδιανόητο να αποδίδονται κατηγορίες περί μη ελληνικότητας σε οποιαδήποτε ιδεολογία, όταν οι «κατήγοροι» είναι άνθρωποι που εν αγνοία ή εν επιγνώσει τους ακολουθούν αρχές διαπλασθείσες στο πρότυπο του διαφωτισμού και ριζικά αντίθετες προς τις πνευματικές κατευθύνσεις των δικών μας προγόνων, αρχές τις οποίες σχεδόν όλοι διδάχθηκαν στα σχολεία και τα πανεπιστημιακά ιδρύματα ενός φιλελεύθερου αστικού συστήματος που τους διαπαιδαγώγησε βάσει των συγκεκριμένων ιδεών σ κ ό π ι μ α και τις οποίες ενστερνίζονται και αναπαράγουν άκριτα, χωρίς επίγνωση του κινδύνου που κάτι τέτοιο εγκυμονεί για την ίδια την «ελληνικότητα» της ιδεολογίας τους, που τόσο πολύ επιθυμούν.

 

Έλεγχος ελληνικότητας της ιδεολογίας του εθνικοσοσιαλισμού

 

Κατ’ αρχάς, οφείλουμε να διευκρινίσουμε πως ο εθνικοσοσιαλισμός δεν αποτελεί γέννημα του γερμανικού αίματος ή πνεύματος, αλλά γέννημα των Ελλήνων, διότι ως κοσμοθεωρία ενσωματώνει συμπυκνωμένες όλες τις θεμελιώδεις αρχές και εκδηλώσεις του ελληνικού αίματος και του ελληνικού πνεύματος. Σαφώς, πολιτικά ενσαρκώθηκε με πληρότητα από τους Γερμανούς στο τρίτο γερμανικό ράιχ, όμως η ενσάρκωση αυτή ακολούθησε το «καλούπι» της αρχαίας ελληνικής ιδιοσυστασίας, αφενός επειδή στα εξωτερικά της γνωρίσματα χρησιμοποίησε ως πρότυπο την πολιτειακή οργάνωση της Σπάρτης και την ιδεώδη πολιτεία όπως την οραματίστηκε ο Πλάτων και αφετέρου επειδή τη θεωρητική θεμελίωση της ιδεολογίας την παρέσχαν άνθρωποι που, παρά τη μη ελληνική καταγωγή τους, μπόρεσαν να κατανοήσουν εις βάθος αρχικά τη γλώσσα και εν συνεχεία τη σκέψη και τον χαρακτήρα των δικών μας προγόνων.

 

Είναι διάχυτη η εντύπωση ακόμα και στις πιο αδρές σκιαγραφήσεις του εθνικοσοσιαλισμού πως υπήρξε πολιτική ομοιότητα με την αρχαία Σπάρτη, όσον αφορά στη φυλετική βάση επί της οποίας οργανώθηκε το εθνικοσοσιαλιστικό γερμανικό κράτος καθώς και όσον αφορά στον θεσμό των «ομοίων», όπως και στο καθεστώς κοινωνικής δικαιοσύνης που σε γενικές γραμμές είναι αναντίρρητα αποδεκτό ότι εφαρμόστηκε ή επρόκειτο βάσει προγράμματος να εφαρμοστεί. Πρέπει να διευκρινιστεί στο σημείο αυτό πως δεν αναφερόμαστε σε κάποιες σκέψεις κάποιου εθνικοσοσιαλιστή που δημοσίως ή σε ιδιωτικά του έγγραφα εξέφραζε την επιθυμία για ένα τέτοιο καθεστώς, απεναντίας αναφερόμαστε στο επίσημο πολιτικό πρόγραμμα που το κυβερνόν κόμμα τότε διακήρυξε και εφάρμοσε στην πράξη. Βλέπουμε λοιπόν πως ο γερμανικός εθνικισμός του τρίτου γερμανικού ράιχ θεμελιώθηκε σε αυστηρή φυλετική βάση, σε νόμους αίματος, ο δε κοινωνισμός του, απέχοντας στην ίδια την ουσία του πόρρω από τον σοσιαλισμό που διείπε τα μετέπειτα λεγόμενα «κράτη του υπαρκτού σοσιαλισμού», στηριζόταν πολύ περισσότερο στο μοντέλο κοινωνικής δικαιοσύνης της αρχαίας Σπάρτης.

 

Πέραν όμως των εξωτερικών ομοιοτήτων με την αρχαία Ελλάδα, η πνευματική θεμελίωση του «γερμανικού» εθνικοσοσιαλισμού προσιδιάζει στην ελληνική σκέψη. Ως ύψιστη αρετή στον εθνικοσοσιαλισμό θεωρείτο η πολεμική ανδρεία, η αριστεία που εκλαμβανόταν ως εξαίρετη σωματική επίδοση προς τον σκοπό της υπεράσπισης της πολιτείας, σε συνδυασμό με ανάπτυξη του πνεύματος κατά το πρότυπο της αρχαίας ελληνικής τάξης των αρίστων, παράδειγμα ληφθέν επίσης από την αρχαία Ελλάδα, όπου κατά τη μετάβαση από την οργάνωση των τοπικών βασιλείων στην οργάνωση της πολιτείας κατά το πρότυπο της πόλεως – κράτους, κάθε πολίτης διαπαιδαγωγείτο κατά τον ίδιο τρόπο που παλαιότερα διαπαιδαγωγούνταν οι αριστοκράτες.

 

Επαφίεται και πάλι στον αναγνώστη να ελέγξει, με αντικειμενικότητα και νηφάλιο νου, κατά πόσον η εθνικοσοσιαλιστική κοσμοθεωρία, ακόμα και στη γερμανική έκφανσή της, ταυτίστηκε ή αντιδιεστάλη προς τα ελληνικά χαρακτηριστικά της σκέψης που θέσαμε παραπάνω ως κριτήρια ελληνικότητας. Για παράδειγμα, πώς αντιλαμβάνονταν οι Γερμανοί εθνικοσοσιαλιστές την εξέλιξη του χρόνου, τι σημασία απέδιδαν στο αίμα και στη σύνδεσή του με τη γη, πώς αντιλαμβάνονταν το «είναι» σε σχέση με το «γίγνεσθαι», πώς αντιλαμβάνονταν την τέχνη σε σχέση με την κοινωνία, κατά πόσον η σχέση του πολίτη προς την πολιτεία ακολούθησε την οδό της ατομικότητας ή της υπηρεσίας προς το σύνολο, ή πώς αντιλαμβάνονταν το θείο.

 

Αξίζει τέλος να επισημανθεί πως η συνηθέστερη των κατηγοριών κατά του εθνικοσοσιαλισμού, δηλαδή πως πρόκειται για «παγγερμανισμό», είναι η πλέον ασταθής, καθότι, με εξαίρεση ελάχιστες προσωπικότητες που σε τελευταία ανάλυση δεν έπαιξαν καταλυτικό ρόλο στη διαμόρφωση της σκέψης του Χίτλερ, ο γερμανικός εθνικοσοσιαλισμός πορεύθηκε τον ακριβώς αντίθετο δρόμο, εκείνον της αναγωγής στις ρίζες, δηλαδή στις ελληνικές ρίζες, τον ελληνικό χαρακτήρα και την ελληνική σκέψη και πράξη, τόσο στα εξωτερικά του γνωρίσματα όσο και στα εσωτερικά ή και μεταφυσικά.

 

Κριτήριο αν-ελληνικότητας: τα εγκλήματα των Γερμανών στην Κατοχή

 

Ένα επιχείρημα που συχνά μετέρχονται οι νεοεθνικιστές κατά του εθνικοσοσιαλισμού είναι πως κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής, στη χώρα μας επισυνέβησαν «εγκλήματα πολέμου» και ως εκ τούτου η ελληνική ταυτότητα και η εθνικοσοσιαλιστική ιδεολογία είναι ασυμβίβαστες.

 

Ξεφεύγει από τους σκοπούς του παρόντος άρθρου μία ανάλυση του τι ακριβώς συνέβη κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, τόσο στη χώρα μας όσο και στη διεθνή σκηνή, αρκεί πάντως να αναφέρουμε τελείως επιγραμματικά πως οι αληθινοί υπαίτιοι του πολέμου εν γένει και της εμπλοκής της χώρας μας στον πόλεμο αυτόν ειδικότερα, πρέπει να αναζητηθούν μεταξύ των λεγόμενων «Συμμάχων». Ό,τι επακολούθησε μετά την εμπλοκή μας στον πόλεμο κατ’ εντολή των Βρετανών, πρέπει να πιστωθεί στους αληθινούς υπαιτίους, καθώς κάθε πόλεμος από γενέσεως της ανθρωπότητας, δίκαιος ή άδικος, χωρίς κανένα ιστορικό παράδειγμα εξαίρεσης, συνεπάγεται διάπραξη σκληρών πράξεων, τέτοιων που σήμερα χαρακτηρίζονται ως «εγκλήματα πολέμου».

 

Άλλωστε, εφόσον στο μικροσκόπιο της εξέτασής μας βρίσκεται και η ιδεολογία του εθνικισμού εν γένει («δείγμα» του οποίου είναι και ο ελληνικός εθνικισμός), θα πρέπει κατ’ αναλογία να αναρωτηθούμε ή να καταμετρήσουμε πόσοι Έλληνες έχουν σκοτωθεί εν ονόματι εθνικιστικών ιδεολογιών, παραδείγματος χάρη από Τούρκους εθνικιστές κατά τη σφαγή της Σμύρνης, από Βούλγαρους εθνικιστές κατά τις δεκαετίες των ταραχών στη Μακεδονία ή από Άγγλους και Γάλλους εθνικιστές κατά τους πολυάριθμους αποκλεισμούς και τις ωμές επεμβάσεις που έχουν διενεργήσει οι δύο αυτές δυνάμεις εις βάρος της πατρίδας μας τους τελευταίους δύο (και όχι μόνον) αιώνες.

 

Το παράδοξο όμως τέτοιου είδους επιχειρημάτων έγκειται στο ότι, σε τελευταία ανάλυση, δεν έχει σημασία (αναφορικά με το εξεταζόμενο ζήτημα) ποιος φταίει και πόσοι Έλληνες σκοτώθηκαν εν ονόματι ποιας ιδεολογίας. Στο διάβα των αιώνων, οι Έλληνες με τον έναν ή τον άλλον τρόπο έχουν εμπλακεί σε αμέτρητες εμφύλιες αναμετρήσεις, στις οποίες αμφότερες οι αντιμαχόμενες πλευρές θα μπορούσε, τηρουμένων των αναλογιών, να ειπωθεί πως απαρτίζονταν από Έλληνες «εθνικιστές». Για παράδειγμα, στον Πελοποννησιακό Πόλεμο αναμετρήθηκαν πολλές ελληνικές πόλεις με προεξάρχουσες την Αθήνα και τη Σπάρτη και συνολικά σκοτώθηκαν πολλές εκατοντάδες ή ίσως και χιλιάδες Ελλήνων, «Ελλήνων εθνικιστών». Κατά δε τον δεύτερο εμφύλιο που διαδραματίστηκε εν τω μέσω της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, είδαμε Ρουμελιώτες αγωνιστές, προσωπικότητες σαν τον Καραϊσκάκη, τον Γκούρα, τον Τζαβέλλα και τον Μακρυγιάννη (που είχε και το μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης), όλοι εκ των οποίων θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν «Έλληνες εθνικιστές», να εξορμούν στην Πελοπόννησο, να αναμετρώνται στα πεδία των μαχών με τους Μοραΐτες αγωνιστές και ήρωες της εθνεγερσίας, να επιδίδονται ακόμα και σε αναρίθμητα «εγκλήματα πολέμου» όπως θα τα χαρακτηρίζαμε σήμερα, με θύματα σε κάθε περίπτωση και πάλι «Έλληνες εθνικιστές». Και παρότι μπορεί κανείς να έχει διαμορφώσει σαφή γνώμη υπέρ ή κατά οποιασδήποτε από τις δύο εμπλεκόμενες πλευρές, θα ήταν τουλάχιστον παράλογο να ισχυριστεί πως φερ’ ειπείν οι ρουμελιώτικες κοινότητες δεν είναι «ελληνικές» ή πως όσοι είναι Στερεοελλαδίτες δεν είναι Έλληνες αλλά εχθροί των Ελλήνων.

 

Η ελληνικότητα ή μη οποιασδήποτε ιδεολογίας ή ιδέας, δεν κρίνεται από τον αριθμό των Ελλήνων που μπορεί να σκοτώθηκαν εν ονόματί της, αλλά από το αν τα θεμέλια και οι βάσεις της συνάδουν ή απάδουν προς την ελληνική σκέψη και τα γεννήματα του ελληνικού πνεύματος, δηλαδή του ελληνικού αίματος.

 

Επίλογος – Τα αίτια και η προέλευση της όλης διαμάχης

 

Κλείνοντας το άρθρο αυτό, δεν γίνεται να μην αναρωτηθούμε για τα αίτια της επίθεσης που εξαπολύεται, με ολοένα εντεινόμενο ρυθμό, κατά του εθνικοσοσιαλισμού από τους φορείς του λεγόμενου «εθνικιστικού χώρου». Σε πρώτο επίπεδο, οπωσδήποτε πρέπει να δεχτούμε πως υπάρχουν πολλοί άνθρωποι, με καλή ή όχι και τόσο καλή προαίρεση, που δεν έχουν στέρεο υπόβαθρο γνώσεων και ως εκ τούτου επηρεάζονται εύκολα από τις ρητορείες που μπορεί να φτάσουν στα αφτιά τους, χωρίς να είναι οι ίδιοι σε θέση να αξιολογήσουν το περιεχόμενό τους.

 

Σε δεύτερο επίπεδο, πρέπει επίσης να δεχτούμε πως υπάρχουν άνθρωποι που φοβούνται τυχόν ποινικές διώξεις, βλέποντας ένα γενικότερο, διεθνές κλίμα είτε απαγόρευσης της εθνικοσοσιαλιστικής δημόσιας ρητορικής, είτε αντιμετώπισής της δυσμενώς. Οι άνθρωποι αυτοί, ιδίως μετά το κύμα φυλακίσεων που χτύπησε προσφάτως τον ελληνικό «εθνικιστικό χώρο», προσπαθούν να αποσείσουν πάση θυσία από πάνω τους κάθε πιθανή συσχέτισή τους με ακραίες ιδέες, σε μια προσπάθεια να πείσουν το σύστημα να τους χαριστεί και να τους φερθεί με αβρότητα. Επιλέγουν, επομένως, την «εναλλακτική» του ανώδυνου «ελληνικού εθνικισμού», που, εν αντιθέσει προς τον εθνικοσοσιαλισμό που διέπεται από την έννοια του χρέους, δεν τους ζητά κανένα αντάλλαγμα και μπορεί κάλλιστα να ισοδυναμεί με ένα ασφαλές χόμπι, εξαντλούμενος σε ανώδυνες, άγονες και συχνότατα ανούσιες συζητήσεις για περασμένα μεγαλεία, σε μνημόσυνα ηττοπάθειας και στην υποκατάσταση μίας καφενειακού τύπου κοινωνικοποίησης.

 

Σε ένα τρίτο επίπεδο, όμως, πρέπει να δεχτούμε πως η όλη ρητορική περί ενός κατά βάση μη ελληνικού «ελληνικού εθνικισμού» σε αντιδιαστολή προς τον «κακό εθνικοσοσιαλισμό», ενός εθνικισμού απαλλαγμένου από τις έννοιες του φυλετισμού και του συνεπαγόμενου αντισημιτισμού, στα παρασκήνια της πολιτικής ζωής κατά πάσα πιθανότητα υπαγορεύεται από ξένα κέντρα εξουσίας και διοχετεύεται ως κατευθυντήρια οδός της ρητορικής ολόκληρου του «εθνικόφρονος» πολιτικού φάσματος στις διάφορες δυτικές χώρες. Ένας τέτοιος, «κοσέρ» εθνικισμός, μπορεί να υπαγορεύεται μόνο από συγκεκριμένους εντολείς και ως εκ τούτου μόνο προς αυτών το συμφέρον μπορεί να λειτουργεί. Ας σκεφτεί κάθε αναγνώστης γιατί τα τελευταία 75 χρόνια, ολόκληρο το πολιτικό φάσμα από την άκρα αριστερά ως την άκρα δεξιά, σε κάθε δυτική χώρα, μόνο εναντίον ενός εχθρού συνασπίζεται – και ας σκεφτεί, κατά την κικερώνεια συλλογιστική, π ο ι ο ς ω φ ε λ ε ί τ α ι.

 

Καθώς όμως α-λήθεια σημαίνει το να ανασύρεις κάτι από τη λήθη, να το φέρεις στο φως και να του προσδώσεις έτσι την πραγματική του υπόσταση, νομοτελειακά η Αλήθεια, σε κάθε έκφανσή της, θα συντρίψει τα ψεύδη που την καλύπτουν, γκρεμίζοντας τις ψευδαισθήσεις όσων δεν αντέχουν τον πόνο που προκαλεί στα μάτια το εκτυφλωτικό της φως. Τότε, θα κριθεί το δίκαιο κάθε θέσης, ιδέας ή ιδεολογίας. Κριτής θα είναι η Ιστορία και το Πεπρωμένο και καθένας μας θα πρέπει να απολογηθεί για τις πράξεις και τις παραλείψεις του. Όλβιος όστις αποδειχτεί ότι έκανε το χρέος που πρόσταζε το αίμα του!


ΕΣΑ - Γραφείο Ιδεολογικής Καθοδήγησης
9


«Αν μας ρωτήσει κανείς για τους προγόνους μας πρέπει να τον παραπέμπουμε πάντοτε στους Έλληνες»

Α. Χίτλερ

 

Εισαγωγή

 

Είναι φαινόμενο συχνό και έντονο στις μέρες μας να καλλιεργείται και να διασπείρεται πανταχόθεν ένα κλίμα αποστροφής προς την ιδέα του εθνικοσοσιαλισμού. Και μολονότι ανάλογη μομφή είναι αναμενόμενη όταν προέρχεται από συστημικά κέντρα εξουσίας, ενδεχομένως εγείρει ερωτήματα και οπωσδήποτε γεννά τη σύγχυση όταν διατυπώνεται από φορείς του λεγόμενου «εθνικιστικού χώρου», καθώς στη συνείδηση πολλών εθνικιστών οι δύο «ιδεολογίες», δηλαδή η εθνικιστική και η εθνικοσοσιαλιστική, μοιάζουν ομοούσιες, αν όχι ταυτόσημες. Το παρόν άρθρο έχει ως σκοπό να εξετάσει τη συνηθέστερη κατηγορία που εκπέμπεται κατά του εθνικοσοσιαλισμού από τους ως άνω φορείς, δηλαδή την κατηγορία περί «γερμανικότητας» της ιδεολογίας αυτής και περί «ελληνικότητας» της ιδεολογίας που προβάλλεται ως αντίποδας, δηλαδή του «ελληνικού εθνικισμού». Ώστε κάθε αναγνώστης να διαμορφώσει σαφή εικόνα της κατάστασης και να επιλέξει εν πλήρει επιγνώσει την ιδέα που τον εκφράζει και για την οποία είναι προορισμένος.

 

Αποσαφήνιση της βάσης της αντιμαχίας

 

Ο λόγος που οι σχετικοί διαξιφισμοί συνεχίζονται σε βάθος ετών χωρίς αποτέλεσμα είναι η ασαφής βάση επί της οποίας τίθεται το όλο ζήτημα. Οι μεν οπαδοί του «ελληνικού εθνικισμού» που στο εξής θα αποκαλούνται χάριν συντομίας «νεοεθνικιστές» προβάλλουν αποσπάσματα πολιτικών ή λογοτεχνών που γενικώς θεωρούνται ή μπορούν να θεωρηθούν ως εθνικιστές, οι δε εθνικοσοσιαλιστές ως επί το πλείστον προβάλλουν αποσπάσματα από λόγους ή έργα εθνικοσοσιαλιστών, σχεδόν πάντα Γερμανών για προφανείς ιστορικούς λόγους, με αποτέλεσμα ο διάλογος κάθε άλλο παρά γόνιμος να καθίσταται και περισσότερο να αποπροσανατολίζει παρά να διευκολύνει έναν ουδέτερο παρατηρητή να κατανοήσει την ουσία του προβλήματος.

 

Τι σημαίνει «ελληνική» ιδεολογία;

 

Ας αποσαφηνίσουμε λοιπόν τη βάση διεξαγωγής της αντιμαχίας. Τι σημαίνει «ελληνική» ιδεολογία; Τι χαρακτηριστικά πρέπει να έχει μια θέση, μία ιδέα ή μία ιδεολογία ώστε να θεωρείται ελληνική; Είναι τάχα ελληνική όποια ιδεολογία επινοήθηκε από κάποιον Έλληνα; Όποια υιοθετήθηκε ή εφαρμόστηκε μήπως από κάποιον Έλληνα; Μα στο διάβα των αιώνων, ακόμα και των τελευταίων δεκαετιών, έχουν υπάρξει αμέτρητοι Έλληνες που διαμόρφωσαν, υπερασπίστηκαν ή εφάρμοσαν παράταιρες ιδέες και απόψεις. Είναι όλων αυτών οι ιδέες ελληνικές; Έλληνας ήταν και ο Κολοκοτρώνης, Έλληνας και ο Μαυροκορδάτος, όμως το όραμα και η πολιτική τους υπήρξαν αντιδιαμετρικές. Ποια από τις δύο πρέπει να θεωρείται «ελληνική» και ποια «ξένη»; Έλληνες ήταν και ο Ίων Δραγούμης, αλλά και ο Παύλος Γύπαρης, ακόμα και ο Ζαχαριάδης ή ο Γεώργιος Παπανδρέου. Πρέπει να καταστεί σαφές ότι η ελληνικότητα μιας οποιασδήποτε ιδέας δεν μπορεί να καθορίζεται από το αν κάποτε την υιοθέτησε ή την εξέφρασε ένας Έλληνας, παρά μόνον από τα χαρακτηριστικά της ίδιας της ιδεολογίας, από το κατά πόσον η εν λόγω ιδέα ή ιδεολογία συνάδει με τον λεγόμενο «ελληνικό χαρακτήρα», με τις αρχές δηλαδή που διέπουν την ελληνική σκέψη, φιλοσοφία και νοοτροπία.

 

Τα χαρακτηριστικά της ελληνικότητας

 

Για να υποβάλουμε λοιπόν οποιαδήποτε ιδέα ή ιδεολογία σε «έλεγχο ελληνικότητας», οφείλουμε να θέσουμε κάποια κριτήρια τα οποία διευκρινίζουμε εξ αρχής πως είναι ενδεικτικά και όχι εξαντλητικά. Δεν φιλοδοξούμε δηλαδή σε καμία περίπτωση να ορίσουμε σε μια παράγραφο ενός άρθρου ολόκληρη την ουσία και το βάθος της ελληνικής σκέψης και φιλοσοφίας, παρά μόνον να απαριθμήσουμε μερικές εκφάνσεις της, οι οποίες μπορούν να λειτουργήσουν ως γνώμονες με τους οποίους να διακρίνουμε κατά πόσον μια ιδεολογία, επινοημένη ή εκπεφρασμένη είτε από κάποιον Έλληνα είτε από κάποιον ξένο, συνάδει με τον ελληνικό τρόπο σκέψης και ως εκ τούτου μπορεί να χαρακτηριστεί ως «ελληνική». Η εις βάθος διερεύνηση, μελέτη και εξέταση κάθε επιμέρους ερωτήματος, που θα μπορούσε από μόνη της να καλύπτει την ύλη ενός ολόκληρου βιβλίου, αρχικά επαφίεται στον αναγνώστη που θέλει πραγματικά να αναζητήσει την αλήθεια.

 

Ασφαλώς, οφείλουμε να ανατρέξουμε στις ρίζες, στην αρχαία Ελλάδα και μάλιστα στην εποχή της ακμής, καθώς σε οποιαδήποτε μεταγενέστερη φάση και αν ανατρέξουμε, η ελληνική σκέψη έχει υποστεί αλλοίωση από ξένες επιρροές, γεγονός που οφείλεται σε ποικίλους λόγους, η ανάπτυξη των οποίων ξεφεύγει από τον σκοπό του παρόντος άρθρου.

 

Σαφώς θα περίμενε κανείς σε μία τέτοια μνεία του ελληνικού ιδεώδους να εξαίρεται ως ύψιστη αρετή η πολεμική ανδρεία. Είναι άλλωστε σύνηθες στη γραμματεία των εθνικιστών ή των «νεοεθνικιστών» να προβάλλεται το πρότυπο του Σπαρτιάτη στις Θερμοπύλες ή του γενναίου Σαλαμινομάχου. Οπωσδήποτε το πολεμικό μένος ήταν μία βασική ιδιότητα που απαιτείτο να διακατέχει τον Έλληνα των αρχαίων χρόνων, όμως όταν θελήσουμε να εξετάσουμε τα χαρακτηριστικά της Σ κ έ ψ η ς των Ελλήνων οφείλουμε να αναφερθούμε σε φιλοσοφικές έννοιες και ερωτήματα όπως:

 

Τι σχέση είχε η ύλη με το πνεύμα στη σκέψη των Ελλήνων; Επρόκειτο για έννοιες αλληλένδετες ή διακριτές; Πώς αντιλαμβάνονταν οι Έλληνες την έννοια του «είναι»; Πώς αντιλαμβάνονταν την έννοια του «γίγνεσθαι» ή ακόμα και του «φαίνεσθαι» σε σχέση με το «είναι»; Ακόμα περισσότερο, πώς αντιλαμβάνονταν την έννοια του «σκέπτεσθαι» ως προς το «είναι», το «γίγνεσθαι» και το «φαίνεσθαι»; Τι σήμαινε ακριβώς για τους Έλληνες η λέξη «φύσις»; Πώς αντιλαμβάνονταν τον Λόγο; Τι σημασία είχε στη σκέψη των Ελλήνων η έννοια του χώρου; Πώς αντιλαμβάνονταν την έννοια του χρόνου και του ιστορικού γίγνεσθαι; Ένα από τα βασικότερα κριτήρια ελληνικότητας μιας ιδεολογίας, επί παραδείγματι, θα έπρεπε να αποτελεί το κατά πόσον δέχεται την κυκλική ή σπειροειδή εξέλιξη του χρόνου ή, στον αντίποδα, τη γραμμική, που συνεπάγεται τη δημιουργία «εκ του μηδενός» και το «τέλος της Ιστορίας». Τι σπουδαιότητα είχε η έννοια του «αίματος» στην αρχαία Ελλάδα; Πώς συνδεόταν το αίμα με τη γη; Τι σημασία απέδιδαν στην πόλη; Τι σημασία απέδιδαν στον πολιτισμό; Πώς αντιλαμβάνονταν την έννοια της Τέχνης, για παράδειγμα σε σχέση με το «είναι» και με την έννοια της «αλήθειας» ή σε σχέση με το κοινωνικό σύνολο; Μπορεί λόγου χάρη να θεωρείται «ελληνική» η αντίληψη περί «τέχνης για την τέχνη»; Πώς αντιλαμβάνονταν οι Έλληνες την «επιστήμη»; Πώς εκδηλωνόταν η ουσία της θρησκευτικότητας των Ελλήνων; Ποια σχέση απέδιδαν μεταξύ του θείου και της ύλης και κατά πόσον δέχονταν την απεικόνιση ή, στον αντίποδα, το ανεικονικό του θείου;

 

Υπογραμμίζουμε πως τα παραπάνω αποτελούν μόνο κάποια παραδείγματα των ερωτημάτων που θα έπρεπε να απασχολούν όσους στ’ αλήθεια αναζητούν την ελληνική ουσία μίας ιδεολογίας και σε καμία περίπτωση δεν εξαντλούν τα ζητήματα που απασχόλησαν τη Σκέψη των Ελλήνων. Και οφείλουμε επίσης να τονίσουμε πως δεν αποτελούν ερωτήματα ρητορικά, ξεκομμένα από τη ζωή και κατάλληλα μόνο προς συζήτηση σε φιλοσοφικά συμπόσια. Το πώς αντιλαμβάνονταν οι Έλληνες την έννοια της «πόλης» για παράδειγμα, διαμόρφωσε και το πλαίσιο της ελληνικής πολιτείας, που διείπε κάθε ελληνική πόλη – κράτος, ανεξάρτητα από την επιμέρους πολιτειακή ή οικονομική της οργάνωση. Λόγου χάρη, διαφορετικό πολιτειακό και οικονομικό καθεστώς είχαν η Αθήνα, η Σπάρτη, η Κόρινθος και οι άλλες πόλεις, όμως αυτό που παρέμενε κοινό ήταν το θεμέλιο επί του οποίου οργανωνόταν κ ά θ ε ελληνική πόλη – κράτος και αυτό δεν ήταν άλλο από το «αίμα», δηλαδή από τη φυλετική βάση οργάνωσης της πολιτείας, καθώς και από τη σχέση του πολίτη προς την πόλη, σχέση που βασιζόταν στην ταύτιση του ατομικού με το συλλογικό συμφέρον – ήταν αδιανόητη για τους Έλληνες της εποχής της ακμής η έννοια του «ιδιωτεύειν», απεναντίας κάθε πολίτης αφιέρωνε τον «ελεύθερο χρόνο» του όπως θα λέγαμε σήμερα, την εν-έργεια και τη δράση του, στην υπηρεσία του συνόλου και κατ’ αυτόν άλλωστε τον τρόπο η τέχνη, η φιλοσοφία, η πολιτική, η επιστήμη, η γυμναστική, η παιδεία και η μόρφωση καθόλου δεν αποτελούσαν τομείς «αυτοβελτίωσης» του ατόμου, παρά μορφές και εκφάνσεις υπηρεσίας προς το όμαιμο σύνολο των συμπολιτών και προς την ίδια την πόλη ως ιστορική και μεταφυσική οντότητα. Αντιστοίχως, η αντίληψη περί κυκλικότητας του χρόνου, τον οποίον ο Πλάτων χαρακτήριζε ως «κινητή εικόνα της αιωνιότητας», μεταξύ άλλων καθόρισε το πώς αντιλαμβάνονταν οι Έλληνες της ακμής τον ιστορικό τους ρόλο, όχι ως ατόμων που διάγουν μεμονωμένα μία γραμμική και περαινόμενη πορεία ζωής, αλλά ως κρίκων σε μία αιώνια χρονική αλυσίδα που εκτείνεται κατ’ απέραντο τρόπο προς το παρελθόν και το μέλλον, αντίληψη η οποία ως εκ τούτου προσέδιδε στις πράξεις τους μία βαρύνουσα σοβαρότητα, καθώς ανακλούσε τις συνέπειες των πράξεων αυτών στους νεκρούς προγόνους και τους αγέννητους απογόνους του ίδιου ζώντος (και αιωνίου) οργανισμού, του οποίου κι οι ίδιοι ήταν μέρος.

 

Έλεγχος ελληνικότητας της ιδεολογίας του «ελληνικού εθνικισμού»

 

Κατ’ αρχάς, πρέπει να διευκρινίσουμε ότι δεν υπάρχει κανείς πλήρης και συνεπής ορισμός του τι εστί «ελληνικός εθνικισμός» και οι οπαδοί του περιορίζονται σε αναπαραγωγή φράσεων ή στιγμιοτύπων από τη ζωή ανθρώπων που θεωρούνται ή μπορούν να θεωρηθούν τηρουμένων των αναλογιών ως εθνικιστές. Ακόμα και η απευθείας αναγωγή στο κατά Ηρόδοτο έθνος (ως το όμαιμον, ομότροπον, ομόθρησκον και ομόγλωσσον) δεν συνιστά «εθνικισμό» καθεαυτήν, καθώς λείπει οποιαδήποτε αναφορά στην πολιτική υπόσταση και έκφραση αυτού του έθνους, συχνά μάλιστα ακόμα και ο ορισμός του Ηροδότου φαίνεται να μην ανταποκρίνεται στην έννοια του έθνους όπως την αντιλαμβάνονται οι λεγόμενοι «νεοεθνικιστές», καθώς προαπαιτεί φυλετική ομοιογένεια (ενώ στον «νεοεθνικισμό» συχνά βλέπουμε αλλόφυλους, λόγου χάρη Αιγυπτίους ή μιγάδες, να θεωρούνται όχι μόνον Έλληνες αλλά και εθνικιστές), ενώ αμφιλεγόμενο είναι επίσης το κατά πόσον ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα του «νεοεθνικισμού» το «ομόθρησκον» (κατά πόσον για παράδειγμα μπορούν να θεωρούνται εξίσου Έλληνες, πολίτες που ασπάζονται διαφορετικά δόγματα ή είναι άθεοι ή αγνωστικιστές), χωρίς να υπάρχει έστω ιδεολογική ομοφωνία αναφορικά με το τι ακριβώς συνιστά το «ομότροπον» των Ελλήνων.

 

Ως εκ τούτου, ο «ελληνικός εθνικισμός» δεν μπορεί να συνιστά ολοκληρωμένη κοσμοθεωρία, μπορεί μονάχα να εκληφθεί ως «εντόπιο» ανάλογο του ευρύτερου «εθνικισμού», που επίσης δεν συνιστά ολοκληρωμένη κοσμοθεωρία καθώς δεν προσδιορίζει ούτε καν βασικές αρχές, όπως είναι για παράδειγμα η πολιτειακή ή οικονομική οργάνωση της κοινωνίας και μπορεί να χαρακτηρίζει είτε κοινωνίες οργανωμένες σε φυλετική βάση, όπως εκλαμβανόταν ο γερμανικός εθνικισμός του 19ου αιώνα, είτε κοινωνίες οργανωμένες στη βάση των προσταγμάτων της Γαλλικής Επανάστασης περί «ελευθερίας, ισότητας, αδελφότητας» και περί του «συνυπάρχειν», όπως εκλαμβανόταν η έννοια του «γαλλικού εθνικισμού» διαμορφωμένη κατά τα πρώτα χρόνια του 19ου αιώνα.

 

Είναι εμφανές ότι η «ομπρέλα» του εθνικισμού είναι τόσο ευρεία, που μπορεί να καλύπτει αρχές εκ διαμέτρου αντίθετες, όπως τον φυλετισμό και τον αντι-φυλετισμό ή τον φιλελευθερισμό. Σε κάθε περίπτωση όμως, ο εθνικισμός όπως γίνεται αντιληπτός σήμερα από σχεδόν όλους τους θιασώτες του, αποτελεί πνευματικό αποκύημα σαφώς ξένων διανοιών και δη ο «εθνικισμός» με τη σημασία που έχει επικρατήσει σχεδόν εξ ολοκλήρου στις μέρες μας, δηλαδή ο απαλλαγμένος από αναφορές στο αίμα και τη φυλετική ομοιογένεια του «εθνικού συνόλου», ο οποίος αποτελεί δημιούργημα του Ερνέστ Ρενάν, ενός Γάλλου διανοητή κατ’ ολίγον μεταγενέστερου της Γαλλικής Επανάστασης, ο οποίος ανέλαβε να προσδώσει συνδετικό ιστό στο νεοπαγές γαλλικό «έθνος» που, κατά πλήρη αντιδιαστολή προς την ελληνική σκέψη, γεννήθηκε εκ του μηδενός, συνενώνοντας ετερόκλητες εθνοτικές ομάδες.

 

Η δε φιλοσοφική θεμελίωση του εθνικισμού εν γένει αντλεί τα επιχειρήματά της από φιλοσοφίες αλλότριες προς την παράδοση των Ελλήνων. Οφείλουμε σε αυτό το σημείο να επισημάνουμε τελείως επιγραμματικά ότι κατά τα χρόνια της παρακμής της αρχαίας Ελλάδας, τα πνευματικά επιτεύγματα των Ελλήνων μεταλαμπαδεύτηκαν και προσλήφθηκαν από ξένους, αρχικά από τους Ρωμαίους, οι οποίοι όμως είτε από πνευματική μετριότητα είτε λόγω πολιτικών σκοπιμοτήτων διέστρεψαν την ουσία αρχικώς της γλώσσας και εν συνεχεία της σκέψης και της φιλοσοφίας των Ελλήνων. Όλοι οι μεταγενέστεροι Ευρωπαίοι στοχαστές επηρεάστηκαν από τη διαστρέβλωση αυτή και την επιδείνωσαν, με αποκορύφωμα αυτής της πορείας τη διδασκαλία του Καρτέσιου και τον συνεπακόλουθο «Διαφωτισμό», ο οποίος σε όλες τις βασικές αρχές του βρίσκεται σε αντιδιαστολή προς την ελληνική σκέψη. Αφήνεται στον αναγνώστη να μελετήσει περαιτέρω και να εξετάσει τι απαντήσεις δίνει η σύγχρονη ευρωπαϊκή σκέψη (με «ναυαρχίδα» τον Διαφωτισμό) στα ερωτήματα που διαμόρφωσαν την ελληνική σκέψη και νοοτροπία, όπως για παράδειγμα στο ζήτημα της σχέσης μεταξύ ύλης και πνεύματος, «είναι» και σκέψης, θείου και μορφής, επιστήμης και θρησκείας, τέχνης και κοινωνίας, ατόμου και συνόλο
10
To mRNA εμβόλιο της αμερικάνικης εταιρίας Moderna περιέχει Λουσιφερίνη-Luciferin διαλυμένη με 66.6 ml αποστσ/μένου φωσφορικού ρυθμιστικού διαλύματος!!!



Σύμφωνα με δημοσιεύματα το mRNA εμβόλιο της αμερικάνικης φαρμακευτικής εταιρίας Moderna περιέχει Luciferin διαλυμένη με 66.6 ml αποσταγμένου φωσφορικού ρυθμιστικού διαλύματος..Η Luciferin παραπέμπει στον Λούσιφερ Εωσφόρο και το 666 στον Αντίχριστο, ο αριθμός του θηρίου κατά την Αποκάλυψη...Αυτό το εμβόλιο ποιοι θα το κάνουν με "θρησκευτική ευλάβεια”;;;;;.

Η λουσιφερίνη είναι ένας γενικός όρος για την ένωση εκπομπής φωτός που βρίσκεται σε οργανισμούς που δημιουργούν βιοφωταύγεια. Οι λουσιφερίνες υφίστανται τυπικά μια καταλυόμενη από ένζυμο αντίδραση με μοριακό οξυγόνο. Άλλος ορισμός της λουσιφερίνης είναι ότι πρόκειται για μια ουσία που παράγει με οξείδωση, υπό την επίδραση ενός ενζύμου, φωταύγεια σε ορισμένα έντομα όπως η πυγολαμπίδα κ.λπ. και σε μερικά ψάρια. Η λουσιφερίνη στις μύγες σχηματίζεται από δύο πυρήνες με άζωτο και θείο που φέρουν καρβοξυλική ρίζα (Mdd. Biol.t. 21971).

Ετυμολογικά προέρχεται από το λατ. Lucifer “που φέρνει φως, που δίνει σαφήνεια” (ν. Luciferian).

Holy hell

mRNA vaccine by Moderna contains *Luciferin* dissolved with *66.6* ml of distilled *phosphate* buffer solution.



https://www.sciencedirect.com/topics/medicine-and-dentistry/luciferin

Αν και η επιστημονική της ονομασία περνάει απαρατήρητη ο συνδυασμός της με το 666 δημιουργεί ερωτηματικά και ένα κλίμα σίγουρα μη ευφορίας για το εμβόλιο αυτό που η εταιρία φιλοδοξεί να παρέχει και σε παιδιά αφού είναι η πρώτη εταιρία που ανακοίνωσε πως προχωράει σε κλινικές μελέτες και σε παιδιά αν και τα παιδιά σύμφωνα με πλήθος εκτιμήσεων ειδημόνων δεν χρήζουν εμβολιασμού σε αυτό το στάδιο τουλάχιστον...

Pages: [1] 2 3 ... 10