Author Topic: Ειδικό Δικαστήριο Δωσιλόγων Θεσσαλονίκης  (Read 44 times)

0 Members and 0 Guests are viewing this topic.

antimilitarist21

  • Guest
Ειδικό Δικαστήριο Δωσιλόγων Θεσσαλονίκης



Το κείμενο αυτό έχει σκοπό να ρίξει φως σε μερικές πολύκροτες υποθέσεις που εκδικάστηκαν από το Ειδικό Δικαστήριο Δοσιλόγων Θεσσαλονίκης και δεν είναι τόσο προβεβλημένες και γνωστές σε μεγάλο αριθμό ανθρώπων όσο οι δίκες που έγιναν στο Ειδικό Δικαστήριο Δοσιλόγων Αθήνας.

Το Ειδικό Δικαστήριο Δοσιλόγων Θεσσαλονίκης άρχισε τις εργασίες του στα τέλη Απριλίου 1945. Λίγο αργότερα εκδικάστηκε μια από τις σημαντικότερες υποθέσεις μέσα στο 1945, παρόντος του κατηγορουμένου.

Ο Κωνσταντίνος Κυλινδρέας και η δίκη του άνοιξαν το χορό των μεγάλων δικών που επρόκειτο να απασχολήσουν τα επόμενα χρόνια την κοινωνία της Θεσσαλονίκης. Ο Κυλινδρέας από τον Ιούνιο του 1945 εκρατείτο στο στρατόπεδο «Παύλος Μελάς». Η πολύκροτη δίκη του άρχισε στις 17 Ιουλίου 1945. Από την αποδεικτική διαδικασία και από την απολογία του κατηγορουμένου προέκυψε ότι αυτός υπήρξε συνεργάτης των Γερμανών κατακτητών (δωσίλογος) και προέβη σε συλλήψεις και εκτελέσεις Ελλήνων πολιτών. Ο Ειδικός Επίτροπος τον χαρακτήρισε προδότη της Ελλάδας, συνεργάτη των Γερμανών και ζήτησε την αυστηρή τιμωρία του. Ο Κυλινδρέας καταδικάστηκε σε ισόβια δεσμά, αποφεύγοντας (με ψήφους 4-3) την ποινή του θανάτου.

Αμέσως μετά, ο Ειδικός Επίτροπος Ευγενικός έκανε χρήση του δικαιώματός του και άσκησε αίτηση αναθεώρησης της δίκης. Έτσι λοιπόν, ο Κυλινδρέας βρέθηκε στις 22 Οκτωβρίου 1946 στο Ειδικό Δικαστήριο για δεύτερη φορά. Το ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου ήταν γεμάτο από πλήθος εγκληματικών ενεργειών, πέρα από τα αίσχη που είχε κάνει στην κατοχή ως συνεργάτης των Γερμανών. Από το 1922 ως το 1938 είχε συγκεντρώσει πολυάριθμες καταδικαστικές αποφάσεις και αρκετούς μήνες σε καταδίκες για κλοπές, υπεξαιρέσεις, απάτες, πλαστογραφίες, λιποταξία και παραβάσεις νομοθεσίας περί αυτοκινήτων. Στην απολογία του ο Κυλινδρέας παραδέχτηκε ότι είχε οπλιστεί από τους Γερμανούς κατακτητές και ότι συνεργάστηκε με ένοπλες δοσιλογικές ομάδες και κυρίως με την οργάνωση ΕΕΣ του Κισά Μπατζάκ (τουρκόφωνος Πόντιος). Τελικά, το Δικαστήριο καταδίκασε τον Κυλινδρέα σε ισόβια και ολική δήμευση της περιουσίας του, παρά την πρόταση του Επιτρόπου για επιβολή θανατικής ποινής.
Λίγα χρόνια αργότερα, υπήρξε μια ευνοϊκή εξέλιξη για το δοσίλογο Κυλινδρέα. Με βάση το βασιλικό διάταγμα της 12ης Σεπτεμβρίου 1952, η ποινή των ισοβίων δεσμών μετριάστηκε σε κάθειρξη 20 ετών. Τελικά, δεν χρειάστηκε να εκτίσει ούτε το μισό της ποινής του. Στις 2 Μαρτίου 1954 βγήκε από τη Β’ Επανορθωτική Φυλακή Θεσσαλονίκης, μετά την αναστολή εκτέλεσης του υπολοίπου της ποινής του.

Τώρα θα αναφερθούμε με συντομία στην υπόθεση ενός άλλου δωσιλόγου : του Εμμανουήλ Βασιλείου ή Καπετάν Μανώλη. Ο Εμμανουήλ Βασιλείου εκρατείτο από την άνοιξη του 1945 στις φυλακές Θεσσαλονίκης, περιμένοντας να δικαστεί για παράβαση των άρθρων της Συντακτικής Πράξης 6/45. Κατά το διάστημα της προφυλάκισής του, προσκόμισε βεβαίωση ότι ανήκε στην οργάνωση ΠΑΟ. Παράλληλα, εξέφρασε προς τον Ανακριτή Δοσιλόγων την πικρία του για το γεγονός ότι κρατείτο με την κατηγορία ότι είχε υπηρετήσει σε δοσιλογικούς σχηματισμούς και πρόσθεσε ότι απλά ήταν ένας «αγνός πατριώτης» που τον μισούσαν οι αντάρτες του ΕΑΜ – ΕΛΑΣ. Στις 18 Ιουλίου 1946 το Δικαστήριο Δοσιλόγων καταδίκασε τον Βασιλείου σε θάνατο, διέταξε τη δήμευση της μισής περιουσίας του, επέβαλε την ισόβια στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων και όρισε χρηματική ικανοποίηση σε έναν εκ των πολιτικώς εναγόντων λόγω ψυχικής οδύνης. Μετά την καταδίκη του εις θάνατον, ο Βασιλείου μεταφέρθηκε στις φυλακές της Κέρκυρας, όπου λίγα χρόνια αργότερα έμελλε να ακούσει μια ευχάριστη είδηση. Στις 3 Ιουλίου 1951, ο διευθυντής των φυλακών ενημέρωσε τον Βασιλείου για την έκδοση του βασιλικού διατάγματος της 4ης Ιουνίου 1951, με το οποίο η ποινή του μετατράπηκε σε κάθειρξη 12 ετών. Ο Βασιλείου μεταφέρθηκε στις αγροτικές φυλακές Κασσάνδρας, όπου οι συνθήκες κράτησης ήταν αρκετά καλύτερες και το 1955 αποφυλακίστηκε. Όχι μόνο γλύτωσε τη θανατική ποινή, αλλά μπόρεσε κιόλας να γευτεί τον αέρα της ελευθερίας.

Ένα άλλο σημαντικό όνομα στο χώρο των δωσιλόγων – φιλοναζιστών ήταν ο Αντώνιος Βήχος. Ο Αρχηγός της δωσιλογικής οργάνωσης ΠΟΕΤ Αντώνιος Βήχος, προσήλθε στην Εισαγγελία Αθηνών τον Οκτώβριο του 1947 και είχε για δικηγόρο του τον Ιωάννη Σταθάκη. Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με το υπ’αριθμόν 1198 βούλευμά του, αποφάσισε την παραπομπή σε δίκη τόσο του ίδιου του Βήχου, όσο και των υπολοίπων οπλαρχηγών που είχαν υπογράψει την προκήρυξη «ΠΡΟΣ ΟΛΟΥΣ» και διέταξε τη σύλληψη και προφυλάκισή τους. Ο Βήχος από την πλευρά του, υπέβαλε αίτηση αναστολής της απόφασης σύλληψής του και αίτηση ανακοπής του βουλεύματος, ζητώντας την απαλλαγή του. Το Μάρτιο του 1948, το Συμβούλιο Εφετών απέρριψε την αίτηση ανακοπής.
Τελικά, η δίκη του Βήχου για δωσιλογισμό ορίστηκε να γίνει στις 6 Απριλίου 1948. Ο Βήχος φρόντισε να εξαφανιστεί από το σπίτι του. Έτσι, η δίκη διεξήχθη απόντος του κατηγορουμένου και ολοκληρώθηκε με την καταδίκη του σε θάνατο, δήμευση της περιουσίας του και ισόβια στέρηση των δικαιωμάτων του. Εκτός του Βήχου, οι υπόλοιποι συγκατηγορούμενοί του στη δίκη, πρώην οπλαρχηγοί της οργάνωσης ΠΟΕΤ, μεταξύ των οποίων ο Θεοφάνους, ο Παπαβασιλείου, ο Απόστολος Τσαρουχίδης, ο Πέτρος και ο Κυριάκος Ιωαννίδης, ο Σακελλαρίου, ο Ιωάνης Θεοχαρίδης και ο Μιχαήλ Παπαδόπουλος, καταδικάστηκαν ερήμην σε ισόβια. Ο μόνος που είχε παραστεί ήταν ο Παναγιώτης Μαλτέζος που αθωώθηκε. Στις 22 Ιουνίου 1948 ο δικηγόρος Σταθάκης κατέθεσε αίτηση ανακοπής κατά της απόφασης του Ειδικού Δικαστηρίου, δηλώνοντας ότι ο Βήχος δεν είχε παρουσιαστεί γιατί ήταν «βαρέως ασθενής». Ο κατά φαντασίαν ασθενής προσπαθούσε με κάθε τρόπο να ανατρέψει την απόφαση του Δικαστηρίου. Ο Ειδικός Επίτροπος έστειλε το απόσπασμα της τελεσίδικης ερήμην απόφασης στο Τμήμα Γενικής Ασφάλειας Αθηνών, ζητώντας την εκτέλεσή της. Τελικά οι αστυνομικοί δεν χρειάστηκε να συλλάβουν το Βήχο, αλλά ούτε και ο ίδιος χρειάστηκε να κάνει άλλους νομικούς ελιγμούς. Στις 30 Οκτωβρίου 1948 ένας γιατρός πιστοποίησε το θάνατο του Βήχου. Πάνω στη ληξιαρχική πράξη κάποιος έγραψε με κόκκινο μελάνι τη φράση «λειτουργία θείας δίκης ως προς τον Βήχον».

Ο υπαρχηγός της ΠΟΕΤ Πέτρος Ιωαννίδης καταδικάστηκε ερήμην σε ισόβια. Έπειτα άσκησε αίτηση ανακοπής. Ωστόσο, για τα επόμενα χρόνια η απόφαση παρέμεινε ανεκτέλεστη και ο Ιωαννίδης κυκλοφορούσε ελεύθερος μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1960. Στις 11 Σεπτεμβρίου 1961 οδηγήθηκε στην Υποδιεύθυνση Γενικής Ασφάλειας Θεσσαλονίκης. Την επομένη οδηγήθηκε στις φυλακές Επταπυργίου. Την άνοιξη του 1962 μεταφέρθηκε σε παθολογική κλινική, έχοντας υποστεί έμφραγμα. Πέθανε στο νοσοκομείο στις 5 Δεκεμβρίου 1962.

Ο πρώτος αρχηγός του ναζιστικού κόμματος Μακεδονίας – Θράκης Γεώργιος Σπυρίδης, εκδόθηκε στην Ελλάδα και προφυλακίστηκε στις 19 Νοεμβρίου 1949. Αμέσως μετά, προσπάθησε να πετύχει την επανάληψη της δίκης του. Το Ειδικό Δικαστήριο Δοσιλόγων, με την απόφαση υπ’ αριθμόν 324 της 23ης Αυγούστου 1947, είχε καταδικάσει το ναζιστή Σπυρίδη ερήμην σε ισόβια δεσμά με την κατηγορία της συνειδητής συνεργασίας με τους Γερμανούς κατακτητές. Μέσα στη φυλακή, ο Σπυρίδης κατέθεσε στις 23 Νοεμβρίου 1949 αίτηση ανακοπής κατά της απόφασης 324. Στις 19 Ιανουαρίου 1950, το Δικαστήριο έκανε δεκτή την αίτηση ανακοπής, εξαφάνισε την πρώτη καταδικαστική απόφαση των ισοβίων και τον καταδίκασε αυτή τη φορά σε μόλις … 2,5 χρόνια φυλάκιση. Στις 27 Μαΐου 1950, ένας χωροφύλακας πήγε στο Ληξιαρχείο Θεσσαλονίκης και δήλωσε ότι ο Σπυρίδης πέθανε από οξύ πνευμονικό οίδημα.

Ένας άλλος γνωστός ναζιστής και δωσίλογος ήταν ο απότακτος συνταγματάρχης Διονύσιος Αγάθος, ο οποίος είχε να αντιμετωπίσει, εκτός των ίδιων κατηγοριών και ένα παραπεμπτικό βούλευμα όπου αναφέρονταν οι στενές του σχέσεις με τους Γερμανούς κατακτητές, χάρη στις οποίες είχε συμμετάσχει στη διανομή των εβραϊκών περιουσιών (που είχαν αρπάξει οι Γερμανοί), «προικοδοτούμενος» με ένα κατάστημα. Τον Αύγουστο του 1947 δεν παρουσιάστηκε ενώπιον της δικαιοσύνης για να λογοδοτήσει για τις εγκληματικές πράξεις του. Καταδικάστηκε ερήμην σε ισόβια δεσμά και ολική δήμευση της περιουσίας του. Μετά την καταδίκη του, ο Αγάθος έσπευσε να ασκήσει ανακοπή κατά της απόφασης, επικαλούμενος το ότι ήταν στη Φλώρινα και ότι του ήταν αδύνατον να πάει στη Θεσσαλονίκη. Στη νέα δίκη του, στις 25 Νοεμβρίου 1947, ο Αγάθος  γλύτωσε τα ισόβια δεσμά. Καταδικάστηκε σε 12 χρόνια φυλάκιση και δήμευση της μισής περιουσίας του. Ένα βασιλικό διάταγμα του Μαρτίου του 1951 ήταν ευχάριστη έκπληξη για τον Αγάθο, γιατί ήταν αυτό που ουσιαστικά άνοιξε το δρόμο για την απονομή χάριτος. Στις 3 Νοεμβρίου 1956, ο Αγάθος πέθανε σε ηλικία 71 ετών, στο σπίτι του στην οδό Φειδίου.

Ένα άλλο σημαντικό πρόσωπο από το χώρο των Ελλήνων ναζιστών ήταν ο Γρηγόριος Παζιώνης, που είχε διατελέσει Πρόεδρος του ναζιστικού κόμματος Μακεδονίας – Θράκης. Το κατηγορητήριο που είχε να αντιμετωπίσει ο αμετανόητος χιτλερικός ήταν βαρύ. Παραπέμφθηκε σε δίκη με κατηγορίες κακουργηματικού χαρακτήρα. Επίσης, παραπέμφθηκαν σε δίκη και οι επιτελείς του Παζιώνη. Ο Δημήτριος Παυλίδης, ο Απόστολος Γιατζόγλου, ο Κωνσταντίνος Περιστέρης, ο Ευθύμιος Μπουντώνας, ο Αναστάσιος Μυλωνάς και άλλοι 8 θεωρήθηκαν συνεργάτες του Παζιώνη και των Γερμανών. Τα αποδεικτικά στοιχεία σε βάρος του Παζιώνη και των άλλων δοσιλόγων ήταν τόσα πολλά που σχημάτιζαν ογκώδη δικογραφία. Κατά τη διάρκεια 3 συνεδριάσεων μέσα στον Αύγουστο του 1947, το δικαστήριο εκδίκασε την υπόθεση του Παζιώνη και των επιτελών του. Κήρυξε τελικά ένοχο τον Παζιώνη για την κατηγορία της συνειδητής συνεργασίας με τους Γερμανούς. Επέβαλε στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 2,5 ετών και ισόβια στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων του. Πολύ σύντομα και συγκεκριμένα στις 30 Δεκεμβρίου 1948, ο Παζιώνης αποφυλακίστηκε. Όσο για τους υπόλοιπους 11 συγκατηγορούμενους και πρώην συνεργάτες του στο ναζιστικό κόμμα, απαλλάχτηκαν της κατηγορίας και ένας κηρύχτηκε αθώος.

Ένα άλλο στέλεχος του ναζιστικού πολιτικού κόσμου της Μακεδονίας ήταν ο Νικόλαος Ζωγράφος. Σύμφωνα με το παραπεμπτικό βούλευμα, η αντεθνική δράση του Ζωγράφου είχε ξεκινήσει από τη Βέροια για να επεκταθεί στη συνέχεια στη Θεσσαλονίκη, όπου ίδρυσε και ηγήθηκε του «Συνδέσμου των Φίλων της Χιτλερικής Κινήσεως», ενώ συμμετείχε και στη ναζιστική οργάνωση ΕΕΕ. Συνεργάστηκε με διάφορους δωσιλόγους της Θεσσαλονίκης, κατέδωσε Έλληνες στις γερμανικές αρχές και εργάστηκε με ζήλο για τη διάδοση της γερμανικής προπαγάνδας στην κατεχόμενη Ελλάδα. Στις 1 Απριλίου 1947, το Ειδικό Δικαστήριο καταδίκασε το Ζωγράφο σε φυλάκιση 5,5 ετών και δήμευση του 1 / 4 της περιουσίας του.  Τον Απρίλιο του 1954 ένα βασιλικό διάταγμα ήρθε να άρει τις συνέπειες εκ της καταδίκης του και να απελευθερώσει το έως τότε δημευμένο 1 / 4 της περιουσίας του. Ήδη ήταν ένας ελεύθερος πολίτης που σκεφτόταν να ασχοληθεί με την πολιτική.

Αυτοί που έμειναν στην ιστορία για τις πολυάριθμες δοσιλογικές ενέργειές του αλλά και για την βαρβαρότητα που επέδειξαν απέναντι σε άλλους Έλληνες ήταν ο ναζιστής Γεώργιος Πούλος και οι άνδρες του (γνωστοί και ως «Πουλικοί» ή γερμανοντυμένοι). Το 1943 ο Πούλος ίδρυσε μια δική του ένοπλη δοσιλογική οργάνωση με την ονομασία «Εθελοντικό Τάγμα Πούλου» ή «Poulos Verband». Το «Εθελοντικό Τάγμα Πούλου» εξοπλίστηκε από τους Γερμανούς, απέκτησε γερμανικές στολές με τα διακριτικά ΕΕΣ («Εθνικός Ελληνικός Στρατός») και συμμετείχε σε διάφορες εκκαθαριστικές επιχειρήσεις του γερμανικού στρατού κατοχής στη Μακεδονία, κυρίως εναντίον ανταρτών της αντιστασιακής οργάνωσης ΕΑΜ - ΕΛΑΣ. Όμως, δεν μπόρεσε ποτέ να συγκεντρώσει στις τάξεις του παραπάνω από 300 άνδρες. Την περίοδο 1943-1944 το «Εθελοντικό Τάγμα Πούλου» διέπραξε λεηλασίες, ξυλοδαρμούς, εμπρησμούς (π.χ. πυρπόληση του χωριού Ερμακιά) και δολοφονίες εναντίον Ελλήνων δρώντας μόνο του ή σε συνεργασία με τις γερμανικές δυνάμεις κατοχής. Ο Πούλος αρκετά συχνά έκανε φιλογερμανική προπαγάνδα και απέκτησε το ψευδώνυμο "Φον Πούλος". Σε ορισμένες περιπτώσεις συνεργάστηκε με άλλους γνωστούς δωσίλογους όπως ο Αντώνης Δάγκουλας, ο Κισά Μπατζάκ και ο Μιχάλαγας. Πάνω από τη δεξιά τσέπη του χιτωνίου του υπήρχε ο γερμανικός αετός με τη ναζιστική σβάστικα.

Στα τέλη του 1945 άρχισαν να φθάνουν στην Ελλάδα μερικοί «Πουλικοί» από τη Γερμανία.

Όσο καιρό βρισκόταν εκτός Ελλάδας, ο αμετανόητος χιτλερικός και απότακτος αξιωματικός Γεώργιος Πούλος είχε αναπτύξει πλούσια δράση ως μέλος της ελληνικής ναζιστικής κυβέρνησης του Τσιρονίκου, αλλά και ως επικεφαλής του ένοπλου τμήματός του. Μετά την Λουμπλιάνα, ο διαβόητος Πούλος έφθασε στη Βιέννη, πρωτεύουσα της Αυστρίας, όπου εκφώνησε λόγους , προτείνοντας στους ακροατές του να καταταγούν στο ένοπλο τμήμα του και να πολεμήσει στο πλευρό της Ναζιστικής Γερμανίας εναντίον των Συμμάχων. Σε συνεργασία με τον Τσιρονίκο κατάφερε να στρατολογήσει μερικούς εργάτες και να τους ντύσει με την πράσινη στολή της γερμανικής στρατιωτικής αστυνομίας, έχοντας ως περιβραχιόνιο σε μαύρο χρώμα τον γερμανικό αετό και τον αγκυλωτό σταυρό του Χίτλερ. Στις 19 Μαΐου 1945 συνελήφθη στο Κίτσμπιχελ της Αυστρίας